Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/357

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
301

ἀπέκλειε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως. Ἴσως τὸν εὕρισκε διστάζοντα. Θὰ τὸν ἔπειθε.

Ὁ Κωνσταντῖνος εἶπεν, ἀπὸ τὰς πρώτας λέξεις, πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν ὅτι, κατόπιν ὡρίμου σκέψεως, δὲν ἐγκρίνει τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων.

Ἡ διαλεκτικὴ καὶ ὁ θερμὸς πατριωτισμὸς τοῦ Βενιζέλου δὲν ὠφέλουν πλέον. Ὁ Βασιλεὺς ἐφαίνετο ἀκλόνητος.

«Κωνσταντῖνος: Δὲν στέκει στρατιωτικῶς ἡ ἐπιχείρησις, κ. πρωθυπουργέ. Ἔχω ἐδῶ καὶ τοὺς ἐπιτελεῖς διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξουν ἐκ νέου τὸ ζήτημα».

Βενιζέλος: Δὲν εἶναι ἀνάγκη, μεγαλειότατε. Γνωρίζω τὰ ἐπιχειρήματά των. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω τοῦτο: Ἐὰν σπεύσωμεν, τὰ Δαρδανέλλια θὰ πέσουν. Καὶ ἀποτυγχάνοντες, ὅμως, ἐξασφαλίζομεν διὰ τῆς Ἄγγλίας καὶ Γαλλίας, τὴν Βόρειον Ἤπειρον, τὴν Κύπρον, τὴν Μικρασίαν».

Κωνσταντῖνος: Ποῖος θὰ μᾶς τὰ δώσῃ ὅλα αὐτά; Θεωρεῖτε τόσο εὔκολον τὴν πλήρη ἧτταν τῆς Γερμανίας;»

Βενιζέλος: Δὲν ὑποτιμῶ τὴν γερμανικὴν δύναμιν. Ἐπανειλημμένως ἐν τούτοις σᾶς ἐξέθεσα διατι τελικῶς θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἰδίως θὰ ἐπιβληθῇ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἡ Γερμανία υποστηρίζει τὴν Τουρκίαν καὶ ἐργάζεται διὰ λογαριασμόν της εἰς τὴν Μικρασίαν. Ἡ Ἀγγλία θέλει τὴν συνεργασίαν καὶ τὸ μεγάλωμα τῆς Ἑλλάδος. Μᾶς τὸ ἔδειξε καθαρά. Μόνον διὰ τῆς Ἀγγλίας θὰ κρατήσωμεν ὅσα ἔχομεν καὶ θὰ ἔπεκταθῶμεν ἐκ νέου».

Ἡ συζήτησις διεξήγετο ἤρεμα. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐφαίνετο λυπημένος. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ χωρισθῇ ἄνευ συγκινήσεως ἀπὸ τὴν γνώριμον ἐκείνην ὑπόσχεσιν τῆς ἐπιτυχίας. Ὁ Βενιζέλος κατείχετο ὑπὸ τῆς μελαγχολίας, ἥτις κυριεύει καὶ τὰς ἰσχυροτέρας καρδίας, ὅταν χάνουν κάτι ἀπείρως πολύτιμον καὶ προσφιλές. Αὐτὸ τοῦ ἦτο ἡ μορφὴ τῆς μεγάλης Ἑλλάδος.

Ὁ βασιλεὺς προσέθεσε:

«Ἡ Ρωσσία δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πᾶμε στὴν Πόλι».

Βενιζέλος: Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἡ Ρωσσία. Προσφέρομεν μικρὰν ἀλλὰ χρήσιμον δύναμιν εἰς στιγμὴν ἀποφασιστικήν. Ἡ Ρωσσία δὲν διαθέτει πρὸς τὸ παρὸν οὔτε ἕνα σύνταγμα. Αὐτὸ ἄλλωστε καὶ τὸ ἀπροπαράσκευον τῆς τουρκικῆς ἀμύνης ὀνομάζω εὐκαιρίαν. Δὲν ζητοῦμεν δὲ νὰ γίνωμεν κύριοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Θὰ συντελέσωμεν πρὸς κατάκτησιν. καὶ διεθνοποίησιν τῆς πόλεως. Μαζὶ μὲ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν θὰ ἀντισταθῶμεν ἀποτελεσματικῶς εἰς τὰς σλαυικὰς ἀξιώσεις. Καὶ ἔπειτα…»

Ὁ Βενιζέλος ἔκαμε μίαν κίνησιν, γνωστὴν εἰς ὅλους πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχεν ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Ἄνοιξε πλατειὰ τὸ δεξί του χέρι ὡς νὰ ἐνηγκαλίζετο καὶ νὰ περιέσφιγγε κάτι:

«Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μεγαλειότατε, θὰ πᾶμε ἀπὸ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν».