Μετέβαλλε μήπως ἐκ τούτου ἰδέας ὁ Κωνσταντῖνος;
Καὶ ὅμως ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὁ βασιλεὺς διεξῆγε, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πάλην δεινήν. Η φύσις δὲν τὸν εἶχε προικίσει μὲ πολιτικὸν νοῦν. Τοῦ ἔλειπεν ἡ ἱκανότης νὰ δεσπόζῃ ἐπὶ τῶν γεγονότων καὶ τῶν προσώπων, διὰ πραγματικῆς ὑπεροχῆς. Ἐστερεῖτο τολμηρᾶς ἀποφασιστικότητος. Ἀπ’ ἐναντίας εἶχεν ἀρχικότητα καὶ ἐπιμονήν. Διὰ τοῦτο συνεπάθει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπρολάμβαναν ἢ ὑπηρέτουν τὰς ἐπιθυμίας του. Μεταξὺ αὐτῶν δὲν ἦτο ὁ Βενιζέλος μὲ τὴν ἀμείλικτον λογικήν του καὶ τὸν χαρακτῆρα, ὅστις ἐγίνετο ἀδυσώπητος ὅταν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλων ζητημάτων.
Ὅσα πρόσωπα εἶδε κατὰ τὰς κρισίμους τελευταίας ὥρας τὸν ἀπεθάρρυναν. Ὁ πρῴην φιλελεύθερος ὑπουργὸς Κ. Δεμερτζῆς ἐξεφράσθη ἀληθῶς ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ καὶ εἶπε πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατιωτικὸν μέρος τὴν ἐθεώρει ὁ Δεμερτζῆς ἀναγομένην εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν εἰδικῶν, ἀπεφάνθη ὅμως ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ Στέμματος νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο εἰς τὸ μέλλον χρῆσις τοῦ προνομίου, ἀντίθετος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁ Γ. Στρέϊτ καὶ ὁ Δούσμανης ἀπέτρεψαν τὸν Κωνσταντῖνον ἐκ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων. Τοῦ ἦσαν αὐτοὶ μήπως ὀλιγώτερον ἀφωσιωμένοι παρὰ ὁ Βενιζέλος καὶ ἠγάπων ὀλιγώτερον αὐτοῦ τὴν Ἑλλάδα; Διὰ τοῦτο ὁ Βενιζέλος ἔλεγε κατόπιν:
«Ἐὰν ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος δὲν εἶχε περιβάλλον ἐλεεινόν, ἡ Ἑλλὰς θὰ μετεῖχεν εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων. Ἡ Καλλίπολις θὰ κατελαμβάνετο καί, μετὰ τὴν γερμανικὴν ἀποτυχίαν τοῦ Βερντέν, ὁ πόλεμος θὰ ἐτελείωνε τὸ 1916. Ἡ εὐθύνη τοῦ Κωνσταντίνου εἶνε τρομερὰ ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος».
Ὁ Κωνσταντῖνος ἐζήτησε, μετὰ τὸ δεύτερον συμβούλιον τοῦ Στέμματος, εἴκοσι τέσσαρας ὥρας διὰ νὰ σκεφθῇ. Τὸ πρωΐ τῆς 21ης Φεβρουαρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) παρήγγειλεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν ὅτι τὸν ἀνέμενεν ὀλίγον πρὸ τῆς 3ης ἀπογευματινῆς.
Εἰς τὰ ἀνάκτορα ἐγνώριζαν ἤδη ὅτι ὁ Βασιλεὺς θὰ ἔλεγεν «ὄχι».
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἦτο παρεσκευασμένος διὰ τὴν βασιλικὴν ἄρνησιν. Ἐγνώριζε τὴν ἀντίστασιν τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ Στρέϊτ. Κατόπιν ὅμως τῆς γνώμης τῶν ἄλλοτε πρωθυπουργῶν καὶ τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ ἐπιτελάρχου Δούσμανη ὅτι θὰ διετήρει τὴν θέσιν του καίτοι διαφωνῶν, ὁ Βενιζέλος δὲν
χόλμῃ Ρώσσου πρεσβευτοῦ Νεχλιούντωφ προκύπτει ὅτι ἐγένοντο σοβαραὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος διαπραγματεύσεις Ρωσσίας καὶ Γερμανίας ματαιωθεῖσαι ἐξ ἀρνήσεως τῆς πρώτης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς γερμανικὰς προτάσεις (ἰδία συλλογὴ σελίδες 326–328) Ἐκ συνδιαλέξεως τοῦ Κ. Δεμερτζῆ μὲ τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι Ἀπρίλιος 1931.