Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/355

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
299

τες ἦσαν σαφεῖς. Διὰ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν Γιάγκωβ ἔλεγεν εἰς τὸν Θεοτόκην:

«Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἑκάστη παρερχομένη ἡμέρα μονιμοποιεῖ τὸ ὑπάρχον καθεστώς».

Περὶ τῆς Βουλγαρίας, ἡ γερμανική κυβέρνησις ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προεξοφλήσῃ τὴν πολιτικὴν τρίτου κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν τὴν συνέδεε συμμαχικὴ συνθήκη. [1]

Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος εἶχε τὸ δώρημα τῆς διορατικότητος καὶ δὲν ἐπηρεάζετο τόσον ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν Γουλιέλμον, θὰ διέκρινεν εὐκόλως ὅτι ἡ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τύχη τῶν Δαρδανελλίων ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ αὐτοκράτωρ τὸ ὡμολόγει ἐμμέσως ἀλλὰ σαφῶς: «Ἂν δὲν ἐπιτεθῇς τώρα ἐναντίον τῶν Τούρκων, ἴσως ἀνθέξουν. Ἔπειτα ἡ Γερμανία θὰ τοὺς ἐνισχύσῃ».

Δὲν ἐτόλμα ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων νὰ προξενήσῃ τόσον κακὸν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἥτις θὰ ἔχανεν ὁλόκληρον πιθανῶς τὸν πόλεμον ἐκ τῆς ἐπεμβάσεώς του; Προσεχώρησεν εἰς τὰς ἰδέας τῶν μελῶν τοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα ἦσαν αἰσιοδοξότερα διὰ τὴν ἀντίστασιν τῶν Στενῶν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας; Τὸν ἐπηρέαζεν ἡ δυσμενὴς πράγματι ἀπέναντι τῆς ἑλληνικῆς ἐπεμβάσεως στάσις τῆς Ρωσσίας;

Πρὸς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ ἔλεγεν ὁ Κωνσταντῖνος:

«Τί νὰ σοῦ εἰπῶ: Ἡ Πόλις μὲ τραβάει. Αν δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ Ρωσσία στὴ μέση…» [2]

Ἐν τούτοις ὁ χρόνος ἀπέδειξεν ὅτι οἱ βασιλικοὶ δισταγμοὶ ἦσαν, κατὰ μέγα μέρος, προσχήματα ἀθεραπεύτου φιλογερμανισμοῦ. Διότι, τέσσαρας μῆνας μετὰ ταῦτα καὶ διαρκούσης τῆς ἐκστρατείας τῶν Δαρδανελλίων, ὁ Κωνσταντῖνος ἐμάνθανεν ἐπισήμως ὅτι ἡ Γερμανία προσέφερε τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὰ Στενὰ εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἐὰν ἔκλειε χωριστὴν εἰρήνην. Τὴν εἴδησιν ἐτηλεγράφει ὁ Ἕλλην πρεσβευτὴς Πετρουπόλεως:

«Κύριον Δ. Γούναρην, πρόεδρον ὑπουργικοῦ συμβουλίου, Ἀθήνας. Ἐκ Πετρουπόλεως τὴν 20ὴν Ἰουλίου/2 Αὐγούστου 1914. Ἐμπιστευτικόν. Ἔμαθον ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς γερμανικῆς Τραπέζης Μόνκεβιτζ ἀπηυθύνθη πρὸ δύο εβδομάδων εἰς τὴν Ρωσσικὴν κυβέρνησιν μέσῳ κυβερνήσεως οὐδετέρου κράτους (τῆς Σουηδίας) προτείνων χωριστὴν εἰρήνην μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ Γερμανία θὰ παρεχώρει εἰς τὴν Ρωσσίαν τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὰ Στενά. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔσχεν οὐδεμίαν συνέπειαν. (ὑπογραφὴ) Ἐπιτετραμμένος Δ. Κακλαμᾶνος» [3].


  1. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1916 τῆς 20ης Φεβρουαρίου/5 Μαρτίου 1915 τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ Βερολίνου Ν. Θεοτόκη πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, (ἀρχεῖα).
  2. Ἐκ συνομιλίας τοῦ Γ. Στρέϊτ μὲ τὸν γράφοντα, εἰς Ζυρίχην τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1928. Καὶ ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ εἰς τὸν 2ον τόμον τῆς «Παγκοσμίου του Κρίσεως» νομίζει ὅτι ἡ Ρωσσία, ἔδωκε πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον πρόσχημα νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς γερμανοφίλους συμπαθείας του.
  3. Σελὶς 329 τῆς γαλλικῆς ἐκδόσεως τῶν ρωσσικῶν διπλωματικῶν κειμένων ὑπὸ Ι. Πολόνσκη. Ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθμοὺς 234 και 200 τηλεγραφημάτων τοῦ ἐν Στοκ-