τες ἦσαν σαφεῖς. Διὰ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν Γιάγκωβ ἔλεγεν εἰς τὸν Θεοτόκην:
«Ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἑκάστη παρερχομένη ἡμέρα μονιμοποιεῖ τὸ ὑπάρχον καθεστώς».
Περὶ τῆς Βουλγαρίας, ἡ γερμανική κυβέρνησις ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προεξοφλήσῃ τὴν πολιτικὴν τρίτου κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν τὴν συνέδεε συμμαχικὴ συνθήκη. [1]
Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος εἶχε τὸ δώρημα τῆς διορατικότητος καὶ δὲν ἐπηρεάζετο τόσον ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν Γουλιέλμον, θὰ διέκρινεν εὐκόλως ὅτι ἡ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τύχη τῶν Δαρδανελλίων ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ αὐτοκράτωρ τὸ ὡμολόγει ἐμμέσως ἀλλὰ σαφῶς: «Ἂν δὲν ἐπιτεθῇς τώρα ἐναντίον τῶν Τούρκων, ἴσως ἀνθέξουν. Ἔπειτα ἡ Γερμανία θὰ τοὺς ἐνισχύσῃ».
Δὲν ἐτόλμα ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων νὰ προξενήσῃ τόσον κακὸν εἰς τὴν Γερμανίαν, ἥτις θὰ ἔχανεν ὁλόκληρον πιθανῶς τὸν πόλεμον ἐκ τῆς ἐπεμβάσεώς του; Προσεχώρησεν εἰς τὰς ἰδέας τῶν μελῶν τοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα ἦσαν αἰσιοδοξότερα διὰ τὴν ἀντίστασιν τῶν Στενῶν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας; Τὸν ἐπηρέαζεν ἡ δυσμενὴς πράγματι ἀπέναντι τῆς ἑλληνικῆς ἐπεμβάσεως στάσις τῆς Ρωσσίας;
Πρὸς τὸν Γεώργιον Στρέϊτ ἔλεγεν ὁ Κωνσταντῖνος:
«Τί νὰ σοῦ εἰπῶ: Ἡ Πόλις μὲ τραβάει. Αν δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ Ρωσσία στὴ μέση…» [2]
Ἐν τούτοις ὁ χρόνος ἀπέδειξεν ὅτι οἱ βασιλικοὶ δισταγμοὶ ἦσαν, κατὰ μέγα μέρος, προσχήματα ἀθεραπεύτου φιλογερμανισμοῦ. Διότι, τέσσαρας μῆνας μετὰ ταῦτα καὶ διαρκούσης τῆς ἐκστρατείας τῶν Δαρδανελλίων, ὁ Κωνσταντῖνος ἐμάνθανεν ἐπισήμως ὅτι ἡ Γερμανία προσέφερε τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὰ Στενὰ εἰς τὴν Ρωσσίαν, ἐὰν ἔκλειε χωριστὴν εἰρήνην. Τὴν εἴδησιν ἐτηλεγράφει ὁ Ἕλλην πρεσβευτὴς Πετρουπόλεως:
«Κύριον Δ. Γούναρην, πρόεδρον ὑπουργικοῦ συμβουλίου, Ἀθήνας. Ἐκ Πετρουπόλεως τὴν 20ὴν Ἰουλίου/2 Αὐγούστου 1914. Ἐμπιστευτικόν. Ἔμαθον ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς γερμανικῆς Τραπέζης Μόνκεβιτζ ἀπηυθύνθη πρὸ δύο εβδομάδων εἰς τὴν Ρωσσικὴν κυβέρνησιν μέσῳ κυβερνήσεως οὐδετέρου κράτους (τῆς Σουηδίας) προτείνων χωριστὴν εἰρήνην μὲ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ Γερμανία θὰ παρεχώρει εἰς τὴν Ρωσσίαν τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὰ Στενά. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔσχεν οὐδεμίαν συνέπειαν. (ὑπογραφὴ) Ἐπιτετραμμένος Δ. Κακλαμᾶνος» [3].
- ↑ Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1916 τῆς 20ης Φεβρουαρίου/5 Μαρτίου 1915 τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ Βερολίνου Ν. Θεοτόκη πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, (ἀρχεῖα).
- ↑ Ἐκ συνομιλίας τοῦ Γ. Στρέϊτ μὲ τὸν γράφοντα, εἰς Ζυρίχην τὴν 16ην Ὀκτωβρίου 1928. Καὶ ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ εἰς τὸν 2ον τόμον τῆς «Παγκοσμίου του Κρίσεως» νομίζει ὅτι ἡ Ρωσσία, ἔδωκε πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον πρόσχημα νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς γερμανοφίλους συμπαθείας του.
- ↑ Σελὶς 329 τῆς γαλλικῆς ἐκδόσεως τῶν ρωσσικῶν διπλωματικῶν κειμένων ὑπὸ Ι. Πολόνσκη. Ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθμοὺς 234 και 200 τηλεγραφημάτων τοῦ ἐν Στοκ-