δυνάμεως ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ ὄγκου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλοτε ὀπαδῶν αὐτῶν. Νομιμοφρονέστερος καὶ πολιτικώτερος τῶν συναδέλφων του ὁ Γ. Θεοτόκης εἶπε:
«Αἱ ἰδέαι μου εἶναι γνωσταί. Θεωρῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει συμφέρον νὰ συμπράξῃ μὲ τὴν Γερμανίαν ἐναντίον τοῦ Σλαυισμοῦ· ἀναγνωρίζω ὅμως ὅτι τὰς γνώμας μου δὲν ἀκολουθεῖ ἡ πλειοψηφία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Βενιζέλου».
Ὁ Δ. Ράλλης, ἔχων τῶν πατριωτισμὸν ζωηρὸν καὶ ὁρμητικόν, ἐκραύγασε πρὸς τὸν Βασιλέα:
«Μεγαλειότατε! ἡ περαιτέρω πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος εἶναι πολιτικὴ αὐτοκτονίας».
Καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰς τὸν Βενιζέλον:
«Τόλμησον!».
Ὁ Ράλλης ἔγινεν ἀφορμὴ καὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαίου διαλόγου:
«Ράλλης: Βασιλεῦ! Ἐνθυμήσου τοῦ προκατόχου σου! ἡ Ἀγγλία εἶναι ἐκδικητική.
Βασιλεύς: Ἐὰν φθάσω εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν Ἀγγλίαν παραιτούμαι ὑπὲρ τοῦ υἱοῦ μου.
Δραγούμης: (Γελᾷ).
Βασιλεύς: Μὴ γελᾶτε. Ὅ,τι λέγω, τὸ λέγω σοβαρώτατα».
Ἀλλ’ ὁ Δημήτριος Ράλλης εἶχε τὸ θάρρος τῶν λόγων καὶ ὄχι τῶν πράξεων. Διατὶ δὲ ὁ Βασιλεὺς θὰ εἰσήκουε πολιτικόν, σύροντα ὄπισθεν του τὴν ἀνάμνησιν τῆς φυγῆς πρὸς τὴν Λαμίαν, ὅταν ἦτο ἕτοιμος νὰ διαφωνήσῃ μὲ πρωθυπουργόν, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν ὠνομάζετο Κρήτη–Γιάννενα–Θεσσαλονίκη–Νέστος–Μυτιλήνη:
Ὅταν ἡ πολιτικὴ γυμνωθῇ ἀπὸ τὰς θεωρίας καὶ τοὺς συμβιβασμούς, ἀπομένει ζήτημα ὑλικῆς δυνάμεως. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι οἱ πρώην πρωθυπουργοὶ τοῦ πατρός του δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξουν ἢ νὰ ἀπειλήσουν σοβαρῶς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Ἀπόδειξις ὅτι τελικῶς συνέστησαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου. Ὁ μονάρχης δὲν τοὺς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει καὶ μετεβλήθησαν εἰς πειθήνια ὄργανά του. Περισσότερον δὲ τῶν ἄλλων ὁ Δ. Ράλλης, ὅστις τὴν 5ην Ἰουνίου 1915, ἔλεγε:
«Ὁ Κωνσταντῖνος εἶναι καὶ στρατὸς καὶ ναυτικόν. Ἄνευ τοῦ Κωνσταντίνου, τὸ κράτος δὲν ὑπάρχει!».
Ἐὰν ὅμως τὰ συμβούλια τοῦ Στέμματος ἀπεδείχθησαν ἄσκοπα ὡς πρὸς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων, ἐκαθάρισαν ἐσωτερικῶς τὴν κατάστασιν.
Κατὰ τὴν πρώτην σύσκεψιν ὁ πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε:
«Τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ι. Μεταξᾶ, χωρὶς νὰ κλονίζῃ τὴν πεποίθησίν μου ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν συνιστῶ, δύναται νὰ ἀφήσῃ ἀμφιβολίας».
Καθ’ ἣν ἑπομένως περίπτωσιν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐνέκρινε τὴν ἐπέμβασιν,