Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/35

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
00
Μέρος Πρῶτον. «Οἱ Πρόδρομοι»
19

Π. Πρωτοπαπαδάκην, Ἀπόστολον Ἀλεξανδρῆν, Ἀνδρ. Παναγιωτόπουλον, Χαρ. Βοζίκην.

Ἐνῷ ὅμως θεωρητικῶς ὁ Γούναρης εἶχεν ἀκριβῶς διαγνώσῃ τὸ ἔσωτερικὸν ζήτημα τοῦ τόπου, μόλις ἀναλαβὼν ὑπεύθυνον ἀντιπολίτευσιν, ἔκαμε ριζικὸν συμβιβασμὸν μὲ τὸν κοινοβουλευτισμόν. Εἴτε πλανηθείς, εἴτε νομίσας ὅτι ἡ δρᾶσις του θὰ ἐγίνετο θετικὴ μόνον ἐὰν ἠσκεῖτο ἐντὸς τοῦ ὑπάρχοντος πολιτικοῦ συστήματος, ὁ Γούναρης παρῄτησε τὴν ἀρχικήν του θέσιν ἐναντίον τῆς ὀλιγαρχίας. Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ «ἰαπωνικοῦ ὁμίλου» ἐκινήθη εἰς τὸ στενὸν κοινοβουλευτικὸν ἐπίπεδον. Ἤσκησε φωτισμένην κριτικήν, ὕψωσε τὰς συζητήσεις καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὴν βουλὴν πνεῦμα μεταρρυθμίσεων.

Μετὰ τὸν πρῶτον συμβιβασμόν, ὁ Γούναρης ὤθησε τὴν πρακτικὴν καιροσκοπίαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ γίνῃ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν κυβέρνησιν Θεοτόκη. Ἡ ἰαπωνικὴ ὁμάς διελύθη καὶ ὁ Γούναρης ἀπεχώρει μετ’ ὀλίγον ἐκ τοῦ ὑπουργείου, διότι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα τῶν φορολογικῶν ἀνακουφίσεων ὑπὲρ τῶν ἀπορωτέρων τάξεων. (Φεβρουάριος 1909).

Ἡ πικρὰ αὐτὴ πεῖρα δὲν ἐπανέφερε τὸν Γούναρην ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου εἶχεν ἀρχίσῃ. Τοὐναντίον, αὐτομολήσας εἰς τὸν ἐχθρόν, ἔμεινεν ἔκτοτε εἰς τὸ ξένον στρατόπεδον καὶ ἔγινεν ἐκ τῶν ἀρχηγῶν του.

Ἐπανειλημμένως ἀναδειχθεὶς ἀπὸ τοὺς ἀστοὺς τῶν Πατρῶν, ὁ Γούναρης δὲν εἶχε τὴν ὑπερηφάνειαν τῆς καταγωγῆς του καὶ ἔντονον τὸ αἴσθημα τῆς ἀποστολῆς του. Ὅπως αἱ περισσότεραι ἀπὸ τὰς θεωρητικὰς ἰδιοσυγκρασίας, μόλις ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ πράγματα, δηλαδὴ μὲ τὸν κοινοβουλευτισμὸν τοῦ Δηλιγιάννη, τοῦ Ράλλη, τοῦ Θεοτόκη, παρεσύρθη. Ἡ μετὰ τὸ 1897 λαϊκὴ ψυχολογία καὶ αἱ βαθεῖαι κοινωνικαὶ μεταβολαί, αἱ θέτουσαι ἀντιμέτωπα τὰ ἀστικὰ - ἀγροτικὰ στρώματα πρὸς τὴν ὀλιγαρχίαν τοῦ διέφυγαν.

Ἐθεώρει πράγματι εἰλικρινὲς τὸ ἐπικρατοῦν ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα; Δὲν ἔβλεπεν ὅτι ἡ βουλὴ εἶχε καταντήσῃ ὑπηρέτρια μιᾶς μειοψηφίας, ἥτις ἐξεμεταλλεύετο τὴν πολιτικὴν ἀνεπάρκειαν τῶν μαζῶν διὰ νὰ τὰς κρατῇ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν της;

Ἡ πίστις τοῦ Γούναρη εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν, στερουμένη τῆς βάσεως τῆς πραγματικότητος, ἦτο μᾶλλον δεισιδαιμονία. Ἕνεκα τούτου, ἐνῷ ἐστάθη κατ᾿ ἀρχὰς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐποχῆς του, εὑρέθη μετ’ ὀλίγον εἰς τὴν οὐράν της. Τριάντα ἔτη, μετὰ τὸν Χαρίλαον Τρικούπην, ἐπανήρχιζε τὴν ἰδίαν προσπάθειαν. Τὸ ἔδαφος ἦτο τώρα ἐντελῶς διάφορον. Ἀκόμη ὁ Γούναρης δὲν ἐπροχώρησεν οὔτε ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν ὁ Τρικούπης. Ὅλα τὸν προώριζαν εἰς τὴν θέσιν ἀρχηγοῦ καὶ ἀναμορφωτοῦ τῆς νέας ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἔμεινεν ἁπλοῦς εἰσηγητὴς μερικῶν προοδευτικῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας ἄλλοι ἐφήρμοσαν.

Ἡ ὥρα τῆς ἀλλοξοπιστίας τοῦ Δημητρίου Γούναρη θὰ μεταβῇ εἰς τὴν