Δὲν εἶχεν ἐνδείξεις μόνον ὁ Βενιζέλος ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Πλὴν τῆς γνωστῆς ἐκκλήσεως τοῦ Γεωργίου Κλεμανσώ, ὁ Ἄγγλος ὑπουργὸς Λόϋδ Τζὼρτζ τὸν ἐπληροφόρει, κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς πρωθυπουργίας του, τὰ ἑξῆς, μέσῳ τοῦ Ι. Σταυρίδη:
«Ὅπως γνωρίζετε ἤδη, ἐπιθυμία τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας εἶναι νὰ μὴ καταστῇ ἡ Ρωσσία παντοδύναμος εἰς τὴν Ἀνατολίαν. Ἐὰν ἡ Κωνσταντιτινούπολις καταληφθῇ ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, ἔχουν αὗται τὴν ἰδέαν νὰ τὴν μεταβάλουν εἰς διεθνῆ πόλιν. Τοῦτο διὰ τοὺς Ἕλληνας εἶναι μυριάκις προτιμότερον ἀπὸ τοῦ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ρωσσίαν».
Τὴν διεθνοποίησιν ἀκριβῶς ὑπεστήριζεν ὁ Βενιζέλος, πιστεύων ὅτι μόνον οὕτω θὰ ἀπεφεύγετο μὲν ὁ ἀνταγωνισμὸς πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, θὰ περιήρχετο δὲ οὐσιαστικῶς ἡ Πόλις εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων.
Θὰ ἔφερεν εἰς πέρας τὸ σχέδιόν του ὁ Ἕλλην πολιτικός;
Εἰς τὴν πολιτικὴν μόνα τὰ γεγονότα καταλογίζονται. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι ὁ Βενιζέλος ἀπέσπασεν ἐκ τῶν Ἰταλῶν τὴν Σμύρνην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία μετὰ τῆς Γαλλίας εἶχαν ὑποσχεθῆ εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Μαυριανοῦ κατ’ Αὔγουστον 1916. Ἐνῶ ἡ Κωνσταντινούπολις ἦτο ἐλευθέρα πάσης ὑποχρεώσεως ὅταν ὁ Βενιζέλος ἐπρότεινεν εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ ἀγωνισθοῦν χάριν τῆς λυτρώσεώς της ἀπὸ τοὺς Τούρκους.
Αἱ ἐπιφυλάξεις ὅμως εἰς τὸ τεχνικὸν καὶ αὐστηρῶς στρατιωτικὸν μέρος τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων ἐμφανίζονται σπουδαιότεραι ἀπὸ τὰς πολιτικάς. Ἡ τελικὴ ἄλλωστε αποτυχία τῆς μεγάλης συμμαχικῆς προσπαθείας θεωρεῖται ὡς δικαιολογοῦσα ἐκείνους, οἵτινες ἰσχυρίζονται ὅτι συνεκράτησαν τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς καταστροφῆς.
Ἡ άποψις αὕτη προεβλήθη ἀμέσως εἰς τὸν τότε πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, κατὰ τὴν κρίσιμον ἑβδομάδα, ἀπὸ 13 μέχρις 21 Φεβρουαρίου 1915. Υἱοθετήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἔπειτα παρ᾽ ὁλοκλήρου τοῦ βασιλικοῦ κόμματος. Κατ’ οὐσίαν καὶ ὡς πρὸς τὰς κυρίας γραμμάς της περιλαμβάνεται εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ι. Μεταξᾶ πρὸς τὸν Βενιζέλον, τῆς 17 Φεβρουρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1915.
Τὸ κεφαλαιώδες ἐπιχείρημα τοῦ ὑπομνήματος τούτου, τὸ εὐλογώτερον, συνίσταται εἰς τὴν ἔξαρσιν τοῦ ἀπὸ Βουλγαρίας κινδύνου. Ὁ τότε ἐπιτελάρχης ἐφρόνει ἀδιστάκτως ὅτι ἡ ἀπόσπασις ἑνὸς σώματος στρατοῦ εἰς τὴν Καλλίπολιν θὰ ἐπροκάλει αὐτομάτως ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ δὲ τότε περιπτώσει αἱ ἑλληνικαὶ δυνάμεις, μειωμέναι κατὰ τὸ σῶμα στρατοῦ, θὰ ὑφίσταντο τελείαν καταστροφὴν εἰς Μακεδονίαν.
Ἡ σπουδαιότης τῶν παρατηρήσεων εἶναι προφανής. Ἀλλ’ ὁ Ἰωάν. Μεταξᾶς ὑπελόγιζεν εἰς 135 τάγματα τὰς ἐπιστρατευμένας ἑλληνικὰς δυνάμεις καὶ εἰς 240 τάγματα πρώτης γραμμῆς τὰς βουλγαρικὰς τοιαύτας, ἐκ 1.000 ἀνδρῶν ἕκαστον καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δέ. Διατὶ ἡ Βουλγαρία, ἔχουσα διπλάσιον περίπου τῆς Ἑλλάδος στρατόν,