νικὸν ἐπιτελεῖον ἐθεώρει ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένην εἰς ἀποτυχίαν τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων.
Ὁ γράφων εὕρισκεν ὅτι ἀπεδόθη περισσοτέρα τοῦ πρέποντος σημασία εἰς τὴν παραίτησιν τοῦ Μεταξᾶ. Προκειμένου περὶ πολιτικοῦ σχεδίου, κρίνοντος δι’ ἑκατονταετηρίδας μακρὰς τὴν τύχην ἑνὸς ἔθνους, ἦτο σκόπιμον νὰ ἀναθεωρηθοῦν ληφθεῖσαι ἀποφάσεις βασιλέως καὶ πρωθυπουργοῦ, διότι ἔφερεν ἀντιρρήσεις ὁ ἀρχηγεύων τοῦ ἐπιτελείου;
Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὁποίου ἐτέθησαν τὰ περιστατικὰ ἐκεῖνα, ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν γράφοντα τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολήν:
«Εἶχα κατορθώσει τελικῶς τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 νὰ μοῦ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸ τέλος τῆς συνδιαλέξεως μας ὅτι ἐγκρίνει τὴν πολιτικήν μου, τῆς ἀποστολῆς εἰς Δαρδανέλλια ἑνὸς σώματος στρατοῦ. Ἐξερχόμενος συνήντησα εἰς τὸν προθάλαμον τὸν Μεταξᾶν, ἀρχηγεύοντα τότε τοῦ γενικοῦ Ἐπιτελείου, τοῦ ἀνεκοίνωσα τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ παρήγγειλα νὰ συντάξῃ τὸ διάταγμα τῆς ἀναγκαίας μερικῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ Μεταξᾶς μοῦ ἐδήλωσεν ὅτι, θεωρῶν καταστρεπτικὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του.
Ἠδυνάμην τότε βέβαια νὰ ζητήσω τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ Μεταξᾶ καὶ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφασισθέντων, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ τὸ πράξω, διότι ὑπελόγισα τὴν ἐντύπωσιν τῆς δημοσίας γνώμης ἐκ τῆς παραιτήσεως τοῦ Μεταξᾶ. Καὶ σπεύσας ἀμέσως παρὰ τῷ Βασιλεῖ τοῦ ἀνεκοίνωσα τὴν παραίτησιν τοῦ Μεταξᾶ καὶ εἰσηγήθην συγκρότησιν συμβουλίου τοῦ Στέμματος, διότι, ἐφρώνουν ὅτι, ἂν ἡ πολιτική μου ἐνεκρίνετο ὑπ’ αὐτῶν (τῶν πρώην πρωθυπουργῶν), ὡς εἶχα βασίμους λόγους νὰ ἐλπίζω, ὕστερα ἀπὸ ὅσα μοῦ εἶχε διαμηνύσει διὰ τοῦ κ. Ρωμάνου ὁ Γ. Θεοτόκης, αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ ἐπιτελείου δὲν θὰ ἐπηρέαζαν τὴν κοινὴν γνώμην. Ἡ ἐλπίς μου δὲν διεψεύσθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων.
Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ μεταξὺ ἤλλαξε γνώμην. Πιστεύω ὅμως ὅτι καὶ ἂν ἐζήτουν τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ Μεταξᾶ, ὁ Βασιλεὺς θὰ ἐζήτει νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἀντικαταστάτου εἰς τὴν ἀρχηγίαν τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου καί, ἐρχόμενος πάλιν εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ἐπηρεάζοντας αὐτὸν κύκλους, θὰ μετέβαλλε γνώμην. Ἡ προηγουμένη ἔγκρισίς του ἦτο ἀποτέλεσμα μιᾶς ἰσχυρᾶς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν ἐξήσκουν ἐπ’ αὐτοῦ ὅταν ἤμεθα μόνοι. Ἐὰν διαβάσῃς τὸ ὑπόμνημα ποὺ τοῦ ἔδωκα τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὸ ὁποῖον τοῦ ἀνέγνωσα μὲ πάλλουσαν ἀπὸ ἐνθουσιασμὸν φωνήν, θὰ ἴδῃς διατὶ κατώρθωσα νὰ τὸν παρασύρω. Ἀλλὰ μόλις ἐξῆλθα, ἡ συγκίνησις διελύθη καὶ ὁ Κωνσταντῖνος εὑρέθη πάλιν ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ κακοποιοῦ περιβάλλοντός του (ὑπογρ.) Ἐλευθέριος Κ. Βενιζέλος». [1]
- ↑ Ἐπιστολὴ Ε. Κ. Βενιζέλου πρὸς τὸν γράφοντα, ᾈθῆναι τὴν 2αν Φεβρουαρίου 1929.
Πλὴν τῶν ἀνωτέρω, ὁ γράφων ἔχει ὑπ’ ὄψει του, 1) συνομιλίας του μετὰ τοῦ Ε. Βενιζέλου, Λωζάνη Ἰανουάριος 1923, 2) συνδιάλεξιν μετὰ τοῦ Α. Ρωμάνου, Παρίσιοι Δεκέμβριος 1928, 3) ἀνακοινώσεις τοῦ Ι. Μεταξᾶ διὰ τοῦ τύπου, 1–5 Ἰουλίου 1924.