ἀντιλαλοῦν τὸ ὄνομά του ἀνάμεσα εἰς ἤχους σπαθιῶν καὶ καλπασμοὺς πολεμικῶν ἵππων. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὀνομάζεται Κωνσταντῖνος, νὰ ἔχῃ ἀνατραφῇ μὲ αὐτοκρατορικοὺς θρύλους, νὰ φορῇ τὸ στέμμα τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ μένῃ ἀδάκρυτος ἐμπρὸς εἰς τὸν ἄνδρα, ὅστις τοῦ ἔδειχνε τὴν Σμύρνην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀφοῦ δύο χρόνια πρὶν τὸν ὁδήγησεν ἀπὸ τὸ χέρι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὰ Γιάννενα.
Εἰς κάποιαν στιγμὴν ὁ Βασιλεὺς παρετήρησε:
«Ναί, ἀλλὰ νὰ μὴν πᾶμε ἀπρόσκλητοι. Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Συνεννόησις».
Ὅταν ἐτελείωσεν ἡ ἀνάγνωσις, τὰ μάτια τοῦ Κωνσταντίνου ἦσαν δακρυσμένα. Μὲ φωνὴν παλλομένην ἐκ συγκινήσεως ἀνέκραξε:
«Ἐμπρὸς λοιπόν! Μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ»!
Ὁ Βενιζέλος ἀπεχαιρέτισεν ὑπὸ τὸ κράτος ἀληθοῦς κλονισμοῦ.
Εἰς τὸ ὑπασπιστήριον ὁ πρωθυπουργὸς εὑρέθη ἐνώπιον τοῦ ἀναμένοντος νὰ εἰσαχθῇ ἐπιτελάρχου Ἰωάννου Μεταξᾶ. Τοῦ ἔκαμε γνωστὴν τὴν βασιλικὴν ἔγκρισιν καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ ἑτοιμάσῃ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιστράτευσιν. Τοῦ ἄφηνε τὴν ἐκλογὴν τοῦ σώματος στρατοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐστέλλετο εἰς Καλλίπολιν. Ὁ Μεταξᾶς ὅμως ἀπήντησεν:
«Ἐσκέφθην, κύριε πρόεδρε, ἐπὶ ὅσων μοῦ ἀνεκοινώσατε ἤδη διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων. Θεωρῷ ὀλεθρίαν τὴν εἰς αὐτὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος καί, ἂν πραγματοποιηθῇ, παραιτούμαι».
Ὁ πρωθυπουργὸς ἀντελήφθη ὅτι ἀντεμετώπιζε πραξικόπημα. Οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε ἀρχιστράτηγοι εἴτε ἐπιτελάρχαι γίνουν, μένουν στρατιῶται. Διαφωνοῦν ἀλλ’ ἐκτελοῦν. Ὁ Μεταξᾶς ἐπανεστάτει.
Ὁ Βενιζέλος συνέστησε πρὸς τὸν ἀρχηγεύοντα τοῦ Ἐπιτελείου νὰ κρατήσῃ ἀπολύτως μυστικὴν τὴν παραίτησίν του. Ἐπανῆλθεν ἀμέσως ἔπειτα εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἀνεκοίνωσε τὰ διατρέξαντα.
«Ὁ Μεταξᾶς πολιτεύεται, εἶπεν ὁ πρωθυπουργός».
Ἐνώπιον τῆς ἀπροόπτου ἐκείνης διαφωνίας, ὁ Βενιζέλος συνέστησεν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον νὰ κληθῇ συμβούλιον ἐκ τῶν πρώην πρωθυπουργῶν πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῆς καταστάσεως.
Πολλοὶ κατέκριναν τὸν Βενιζέλον, διότι ἀπέδωκε τόσην σημασίαν εἰς τὸ διάβημα τοῦ προσωρινοῦ ἐπιτελάρχου. Ὁ ἐν Ἀθήναις παρευρισκόμενος πρεσβευτὴς Παρισίων Α. Ρωμάνος εἶπε:
«Ὁ Βενιζέλος εἶχε τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων. Ἐπρεπε νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ καὶ νὰ βαδίσῃ ἐμπρός, ἀντικαθιστῶν ἁπλῶς τὸν Μεταξᾶν».
Ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων ἐξήγησεν εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 13/26 Αὐγούστου 1917 ὅτι ἡ παραίτησις τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ ἦτο ἐσωτερικῶς μὲν πρᾶξις στασιαστική, ἐξωτερικῶς δὲ κατέστρεψε σχεδὸν τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως. Πράγματι ἡ Βουλγαρία ἐνεθαρρύνετο νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἀφοῦ ἐπληροφορεῖτο ἐπισήμως ὅτι τὸ ἑλλη-