Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/333

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
279

σώματος στρατοῦ), δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐξάρω. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ συνεπράττομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Στενῶν — καὶ γνωρίζει ἡ ὑμετέρα μεγαλειότης ὅτι ἀρίστην τοῦ ζητήματος λύσιν διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ, νομίζω τὴν διεθνοποίησιν τῆς Κωνσταντινουπόλως καὶ τῶν Στενῶν ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν νὰ προσδοκῶμεν, ἐν περιπτώσει νίκης τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, τὰς ὑπεσχημένας ἡμῖν ἤδη ἐδαφικὰς παραχωρήσεις ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν νίκην ταύτην γνωρίζει ἐπίσης ἡ ὑμετέρα μεγαλειότης ὅτι, ἐξ ἀρχῆς τοῦ πολέμου φρονῶ — καὶ κατ’ οὐδὲν μετέβαλα ἔκτοτε γνώμην οίαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου ὡς πρὸς τὴν Ρωσσίαν ἢ τὴν Γαλλίαν, ἡ Ἀγγλία καὶ μόνη μένουσα, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ τελειωτικῶς τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης». [1]

Τὴν νίκην τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, δὲν τὴν προέβλεπεν ὡς πολιτικὸς καὶ μόνον ὁ Βενιζέλος. Τὴν ἐπόθει ὡς Ἕλλην ἀπέναντι τοῦ Τούρκου. Τὴν ἤθελεν ὡς ἄνθρωπος, πιστεύων ὅτι ἡ ἀγγλικὴ ἐπικράτησις ἠγγυᾶτο εἰς τὸν κόσμον σχετικὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἦτο ἕτοιμος νὰ εἰσφέρῃ τὴν συμβολὴν τοῦ κράτους του ὑπὲρ τοῦ ἀγγλικοῦ ἀγῶνος.

Θὰ ἀντελαμβάνετο ὁ Κωνσταντῖνος ὅτι, αὐτὸς ἐδῶ ποὺ τοῦ ὁμίλει, ἔβλεπε μακρυά, ᾔσθάνετο πολὺ καὶ ἠμποροῦσε νὰ ἐνεργῇ, ὅσον κανεὶς ἄλλος;

Πρὶν ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφόν του εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ Βενιζέλος εἶχε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Ἰωάννου Μεταξά, διοικοῦντος τὸ γενικὸν Ἐπιτελεῖον, διότι ὁ ἀρχηγὸς Β. Δούσμανης εὑρίσκετο τιμωρημένος μὲ ἀργίαν ἕνεκα τῆς ἀνατρεπτικῆς ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν λοχαγὸν Μπασδέκην. Εἰς τὸν Μεταξᾶν ἀνεκοίνωσεν ὁ πρωθυπουργὸς τὴν ἀπόφασίν του. Δὲν τοῦ ἐζήτησε γνώμην. Τοῦ ἀνέθεσε νὰ προπαρασκευάσῃ στρατιωτικῶς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πολιτικοῦ σχεδίου τῆς κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐνεκρίνετο ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Ὁ Βενιζέλος ἔστελλεν εἰς τὸν Βασιλέα τὰς ἐκθέσεις ἢ τὰ γράμματά του. Τὸ ὑπόμνημά του αὐτὸ τὸ ἔφερεν ὁ ἴδιος εἰς τὰ ἀνάκτορα τῆς ὁδοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐσηκώθη, ὅπως συνήθως, διὰ νὰ δεχθῇ τὸν πρωθυπουργόν.

«Μεγαλειότατε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διαβάσω τὸ χαρτί μου. Διὰ τοῦτο σᾶς ἐζήτησα ἀκρόασιν».

Ὁ Βασιλεὺς ἤκουσε προσεκτικὰ τὴν μεταλλικὴν ἐκείνην φωνήν, ἡ ὁποία ἔπειθεν, ὑπέσχετο, παρεκάλει, ἠπείλει. Ἐφ’ ὅσον ἐπροχωροῦσεν ἡ ἀνάγνωσις, ὁ Κωνσταντῖνος ἔβλεπε, σὰν νὰ ἦταν ἐμπρός του, τὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου κατοπτρίζοντα νικηφόρους στόλους. Τὴν Πύλην του Ρωμανοῦ, στεφανωμένην μὲ δάφνας αυριανῶν θριάμβων. Τοὺς δρόμους τῆς Πόλης νὰ


  1. Τὸ ὑπόμνημα τῆς 17ης Φεβρουαρίου/ 1ης Μαρτίου 1915 ἔφερεν εἰς Πετρούπολιν καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν τσάρον ὁ πρίγκηψ τῆς Ἑλλάδος Νικόλαος, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1916. Ἤθελε νὰ παραστήσῃ τὸν Βενιζέλον ὡς φίλαγγλον και μισόρωσσον. Έκτοτε ἐδημοσιεύθη ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ ξένων.