χείρησις ἐβασίζετο εἰς σύγχρονον ἐνέργειαν ἰσχυροῦ στόλου, ἦτο δὲ ἐφαρμόσιμος καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ε. Βενιζέλου τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915, μέχρι τῆς πλήρους ὀχυρώσεως τῶν Στενῶν». [1]
Τὴν φορὰν αὐτὴν ἡ ἀπόφασις τοῦ Βενιζέλου ἐλήφθη ἀμετατρέπτως. Θὰ ἔτασσεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἓν σῶμα ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐν συνόλῳ 40.000 άνδρας. Ἡ δύναμις αὐτὴ θὰ ἀπεβιβάζετο τὸ ταχύτερον εἰς τὴν χερσόνησον τῆς Καλλιπόλεως, διὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ στόλου.
Ἀφοῦ συνεζήτησε μὲ τοὺς συναδέλφους του, ὁ πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσε τὴν σκέψιν του εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν ἑσπέραν τῆς 15ης/28ης Φεβρουαρίου. Ὁ Κωνσταντῖνος παρετήρησεν ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἦτο δυσχερής, ἐξουσιοδότησεν ἐν τούτοις τὸν Βενιζέλον νὰ βολιδοσκοπήσῃ τὸν Ἄγγλον πρεσβευτήν.
Τὴν ἑπομένην ὁ πρόεδρος τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως συνηντήθη μὲ τὸν σέρ Φράνσις Ἔλλιοτ, ὅστις ἔλαβε, τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν Γκρέϋ:
«Ἡ κυβέρνησις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἀποδέχεται εὐχαρίστως τὴν ἑλληνικὴν βοήθειαν, δι᾿ ἀποστολῆς ἑνὸς σώματος στρατοῦ εἰς Καλλίπολιν. Τὸ ἀγγλικὸν ναυαρχεῖον ἐπιθυμεῖ ζωηρῶς τὴν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν συνεργασίαν τῆς Ἑλλάδος».
Μετὰ εἴκοσι τέσσαρας ὥρας ὁ Ἔλλιοτ ἐτηλεγράφει εἰς Λονδῖνον:
«Ὁ κ. Βενιζέλος ἐλπίζει νὰ μοῦ κάμῃ αὔριον (18 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου) συγκεκριμένην πρότασιν. Ἐξ ἄλλης πηγῆς μανθάνω ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὑπὲρ τοῦ πολέμου». [2]
Ὁ Βενιζέλος εἰργάσθη ἀργὰ τὴν νύκτα τῆς 16ης πρὸς τὴν 17ην Φεβρουαρίου. Αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν εἰς γραπτὸν πρὸς τὸν Βασιλέα ὑπόμνημα, ἐναγκαλίζονται ὁλόκληρον τὸ ἑλληνικὸν πρόβλημα, ὅπως τοῦτο ἐτίθετο ἀπέναντι τοῦ ὑποδούλου γένους. Ἡ Ἑλλὰς ἀνελάμβανε, διὰ πρώτην φοράν, τὴν τάξιν εὐρωπαϊκοῦ κράτους. Ἡ προορατικότης, ἡ θέλησις, ἡ δημιουργικὴ φαντασία, ἡ μετὰ συνέσεως τόλμη τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἰσορροποῦντο εἰς πολιτικὸν σχεδιασμὸν πράγματι μεγαλοφυᾶ. Τὸ τρίτον πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον ὑπόμνημα τοῦ Βενιζέλου κλείει τὴν περίοδον Αὐγούστου 1914–Μαρτίου 1915, εἰς τὸ διάστημα τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὴν κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων καὶ μὲ τὸ ἐπιζῶν ἀκόμη πνεῦμα τοῦ 1909, προσεπάθησε νὰ κάμῃ πολιτικὴν μεγάλην. Δὲν τὸ ἐπέτυχεν. Ἔπειτα ἀκολουθεῖ περίοδος ἀντιδράσεως, παρακμῆς καὶ πολιτικῆς ἀνάγκης. Τὸ κέντρον τοῦ ὑπομνήματος τούτου περιέχεται εἰς τὴν ἑπομένην φράσιν:
«Τίνα ὠφέλη θὰ συνεκομίζομεν διὰ τῆς μετοχῆς ἡμῶν εἰς τὴν κατὰ τῶν Δαρδανελλίων καὶ Κωνσταντινουπόλεως ἐπίθεσιν τῶν συμμάχων (δι' ἑνὸς