μηλᾶν, τὸν Δημήτριον Καλλέργην, τὸν Ἴωνα Δραγούμην, οἵτινες καθίστων τὰ προξενεῖα των κέντρα ἐθνικῆς δραστηριότητος.
Ἡ ἀποκτηθεῖσα ἐκεῖ ἐπάνω πολεμικὴ πεῖρα ἦτο σημαντική. Ἐπρώτευεν ὅμως τὸ ἄλλο κέρδος ἐκ τοῦ ἀγῶνος: Ἡ Ἑλλὰς ἀνενεώνετο. Ἡ Μακεδονία τῆς ἐγίνετο σκληρὰ ἀλλὰ σωτήριος σχολὴ ἐνεργείας, ἐπαφῆς μὲ τὴν ἀγρίαν πραγματικότητα τοῦ Αἵμου καὶ τονώσεως τῶν δυνάμεών της. Τὸ μάθημα δὲν ἐλήφθη ἐπὶ ματαίῳ: Οἱ περισσότεροι τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Μακεδονίας ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν Φλώριναν καὶ τὰ Γιαννιτσά εἰς τὸ Γουδί.
Κατὰ τὴν ἰδίαν μέθοδον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ κίνημα τοῦ Θερίσου (Φεβρουάριος–Ὀκτώβριος 1905).
Ἡ ἀντίληψις ὅτι συνεκρούσθησαν δύο ἰσχυραὶ προσωπικότητες, ὡς ὁ πρίγκηψ Γεώργιος καὶ ὁ Βενιζέλος, οὐδὲν ἐξηγεῖ. Οἱ Κρητικοὶ δὲν ἦσαν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠκολούθουν τυφλὰ οἱονδήποτε. Ἄλλο εἶνε τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ Θερίσου.
Πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ 1821, Ἕλληνες ἀστοὶ καὶ ἀγρόται εἶπαν πρὸς τὴν ὀλιγαρχίαν ὅτι ἔχουν καὶ αὐτοὶ λόγον εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Τοὺς ἀνεγνωρίζετο τὸ καθῆκον νὰ χύνουν τὸ αἷμα των διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις. Τοὺς ἀπηγόρευαν νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς αὐτὰς ὡς πολῖται. Ἀπήντησαν διὰ τῶν ὅπλων καὶ ἐπῆραν ὅ,τι τοὺς ἀνῆκε μὲ τὸ χέρι των.
Πράγματι ὁ πρίγκηψ Γεώργιος, διορισθεὶς παρὰ τῶν μεγάλων δυνάμεων ὕπατος ἁρμοστής τῆς Κρήτης, 1899–1906, ἠθέλησε νὰ ἀγνοήσῃ τὸ σύνταγμα καὶ νὰ διοικήσῃ αὐταρχικῶς. Ὅταν ἐπιτροπὴ προκρίτων τοῦ ὑπέβαλε σχετικὰ αἰτήματα, τὴν διέκοψε βιαίως:
«Τί μοῦ λέτε σύνταγμα, βουλὴν καὶ ἐκλογάς; Αὐτὰ εἶναι μασκαραλίκια!»
Ἰδιαιτέρως, τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, δηλαδὴ τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μὲ τὴν Ἑλλάδα, τὸ ἀντελαμβάνετο ὁ βασιλόπαις ὡς οἰκογενειακήν του ὑπόθεσιν. Θὰ τὸ ἐκανόνιζε μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸ πολὺ μὲ τὸν συγγενή του αὐτοκράτορα τῆς Ρωσσίας. Ἡ αὐθαιρεσία ἐκείνη ἐξήγειρε μέγα μέρος τῶν νησιωτῶν. Ὁ πρῶτος μεταξὺ αὐτῶν ἦτο ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅστις ἐλάμβανεν γνῶσιν τῶν ἡγεμονικῶν πράξεων, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὀλίγον πρὸ τῆς ρήξεώς του, εἶπε καθαρὰ πρὸς τὸν ὕπατον ἁρμοστήν:
«Ὡς ἕνας ἐκ τῶν τριακοσίων χιλιάδων Κρητῶν δὲν σᾶς ἐκχωρῶ τὸ δικαίωμά μου ὥστε μόνος σεῖς νὰ ρυθμίζετε αὐτοβούλως τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου μου».
Ὁ πρίγκηψ δὲν ἤκουεν ἀπὸ λόγια. Ἐνάγκασε τοὺς Κρῆτας νὰ ἀντιτάξουν τὴν βίαν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. Δὲν εἶχαν ἀπαλλαγῇ ἐκ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ διὰ νὰ βάλουν ἄλλον νέον ἐπὶ τοῦ τραχήλου των.
Ἐκ τοῦ ἐπαναστατικοῦ στρατοπέδου τοῦ Θερίσου, ὁ πρόεδρος τῆς συνελεύσεως Ι. Παπαγιαννάκης ἔγραφεν εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος:
«Γνωρίζομεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἁρμοστειακοῦ καθεστῶτος ἐν Κρήτῃ, ἡ ἑλληνικὴ δυναστεία ἠξίωσε νὰ διευθύνῃ αὐτὴ τὸ κρητικὸν