Ὁ προορισμὸς τῆς ὑπ’ ὄψιν μελέτης δεν συγχωρεῖ μακροτέραν κριτικὴν τοῦ ἱστορικοῦ τούτου κινήματος. Πάντως ὁ δημοτικισμὸς δὲν εἶνε πολιτικὸν κόμμα. Ἐπηρέασεν ὅμως βαθύτατα τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Ὑπῆρξε μεγάλη σχολὴ πνευματικῆς ἀνυψώσεως τῶν ἐλευθέρων ἀστῶν καὶ φωτισμοῦ τῶν εὐρυτέρων λαϊκῶν στρωμάτων. Ἂν ὄχι ἀμέσως, τοὐλάχιστον ἐμμέσως, εἶνε εἰς τὴν πρωτοπορείαν τῶν αἰτίων τοῦ Γουδί. Τὰ ριζοσπαστικὰ στοιχεῖα τῆς χώρας τοῦ ὀφείλουν πάρα πολλά. Ἡ νεοελληνικὴ ζωὴ ὑπὸ τὴν σημερινὴν μορφήν της ἀνέρχεται πρὸς τὸν δημοτικισμὸν ὡς εἰς μίαν ἀπὸ τὰς μητέρας πηγάς της.
Ἡ μνημόνευσις τοῦ μακεδονικοῦ ἀγῶνος μεταξὺ τῶν συντελεστῶν τῆς περιόδου 1910–1920 δὲν συνδέεται μὲ περιγραφὴν ἀτομικῶν ἀνδραγαθημάτων. Κατὰ τὴν ὥραν τῆς τραχείας πάλης, τὸν εἶδαν ὡς ἀναβίωσιν τοῦ ἀρματωλισμοῦ. Τὸ αἴσθημα εἶνε εὔλογον. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ. Ἡ ἔξοδος τῶν Ἑλλήνων πατριωτῶν πρὸς τὰ βόρεια σύνορα τῆς χώρας των ἀπεκάλυπτε μίαν ψυχολογικὴν πραγματικότητα, ἥτις ἦτο ἀνύπαρκτος πρὸ τοῦ Ἐνενῆντα Ἑπτά. Ὁ λαὸς ἐλάμβανε συνείδησιν τῆς ζωτικότητός του καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ὀλιγαρχικῶν κυβερνητῶν του. Ὁ Στέφανος Δραγούμης ἔγραφε χαρακτηριστικῶς:
«Μέχρι τοῦ 1903 ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἡγνόει τὸ ἑλληνομακεδονικὸν ἔθνος… τοῦτο δὲ ἐξ ἁμαρτήματος τῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ προεχούσης τάξεως, ἥτις μετ’ ἀσυγγνώστου ἐπιπολαιότητος καὶ μνήμην μόνον εἰς τὸ παλαιὸν μεγαλεῖον ἀναφέρουσα, ἐπανεπαύετο εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἱστορικῶν δικαίων».
Αὐτὸ ἐσήμαινεν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς κατεῖδε τὴν περαιτέρω ἀδυναμίαν νὰ ὑπάρξῃ ὡς ἀνάπηρον καθυστέρημα τοῦ Βυζαντίου. Εἶχε χρέος νὰ ζήσῃ ἢ νὰ πέσῃ μὲ τὸν ἑαυτόν του. Παρεμέρισε τὴν ἀναξιότητα τῶν ἀρχηγῶν του καὶ ἐρρίφθη μὲ ὁρμὴν εἰς τὴν σύρραξιν. Τὰ μέχρις ἀγριότητος ἄπληστα σλαυϊκὰ ἔθνη ὑπενθύμιζαν εἰς τὸν Ἕλληνα πρωτότοκον τῶν Βαλκανίων ὅτι μόνον ἡ ἀκάματος δρᾶσις ἐπιτρέπει εἰς τοὺς λαοὺς νὰ στέκουν ὄρθιοι ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀναγκαία ὑπόμνησις.
Μεσήλικες καὶ νέοι ἀξιωματικοί· ἀνώνυμοι ὁπλῖται· χωρικοὶ ἐξ ὅλων τῶν ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν· ἁπλοῖ μαθηταὶ σχολείων, ἔβλεπαν ἀπὸ τὰ ἀπειλητικὰ βουνὰ τῆς Μακεδονίας ποία ἄβυσσος ἐχώριζε τὰς λέξεις μὲ τὰς ὁποίας τοὺς ἔτρεφαν, ἀπὸ τὴν πρᾶξιν, ἥτις τοὺς ἐπεβάλλετο. Οἱ διδάσκαλοι ἀνεγνώριζαν ὅτι ἦτο μάταιον νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰς πνευματικὰς ἀνάγκας τῶν Μακεδόνων μὲ τὸ ἀχρηστευμένον ὄργανον τῆς καθαρευούσης γλώσσης. Οἱ ἱερεῖς ἐδιδάσκοντο ὅτι αἱ μέθοδοι τοῦ Φαναρίου ἦσαν πεπαλαιωμέναι διὰ πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθέτουν τὴν θρησκείαν μετὰ τὸν ἐθνισμόν. Αὐτὴ ἡ ἀρχαιοπρεπὴς διπλωματία ἀπέκτα ζωντανὰ στελέχη καθὼς τὸν Λάμπρον Κορο-