Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/319

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
265

ἀχώριστον τοῦ ἑλληνικοῦ συνόλου. Ὁ Βενιζέλος δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι παρὰ νὰ ὀργανώσῃ πολιτικῶς τὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θέλησιν τοῦ ἔθνους. Αἱ κεντρικαί του σκέψεις ἦσαν αἱ ἀκόλουθοι:

Ἡ μικρασιατικὴ χερσόνησος εἶνε ἴση κατ’ ἔκτασιν μὲ τὴν βαλκανικὴν χερσόνησον. Ὅπως ἡ δευτέρα οὕτω καὶ ἡ πρώτη εὑρέθη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῶν Τούρκων, οἵτινες, ξένοι πρὸς τὴν χώραν, ἐπεβλήθησαν διὰ τῶν ὅπλων. Εἰς τὴν χερσόνησον τοῦ Αἴμου δὲν κατώρθωσαν οἱ Τοῦρκοι νὰ δώσουν πολιτικὴν ἑνότητα καὶ διὰ τοῦτο ἀπεβλήθησαν ἐξ αὐτῆς. Τὴν θέσιν των κατέλαβαν τέσσαρα ή πέντε ἄλλα κράτη. Ἡ μικρασιατικὴ χερσόνησος ἐστερεῖτο ἐπίσης πολιτικῆς ἑνότητος. Τὸ δεδομένον δὲ ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐπεζήτησαν νὰ τὴν ἐπιβάλουν, διὰ τῆς ἐξοντώσεως τῶν ὑποδούλων ἐθνικοτήτων, ὑπεχρέωνε τὰς τελευταίας αὐτὰς νὰ συντηρήσουν τὴν ἀνεξαρτησίαν των, μιμούμεναι τοὺς λαοὺς τοῦ Αἴμου.

Τὸ πρόβλημα δὲν ἦτο νέον διὰ τὸν Ἑλληνισμόν.

Κατὰ τὴν πρώτην εἰκοσιπενταετίαν τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος ἠγωνίσθη διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἐλευθέραν ὑπόστασιν μεταξὺ τῶν ἐθνῶν τοῦ Αἴμου. Τὴν ἰδίαν ἀνεξάρτητον θέσιν ὤφειλε νὰ δημιουργήσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὴν Μικρασίαν, κατὰ τὸ πρῶτον τέταρτον τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος.

Τὸ τουρκικὸν κράτος θὰ παρέμενεν ὡς τοιοῦτον εἰς τὴν Μικρασίαν. Παραπλεύρως του ὅμως θὰ ἱδρύετο ἡ ἐλευθέρα Ἀρμενία, τὸ μικρασιατικὸν τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, νοτιώτερον αὐτοῦ ἡ ἰταλικὴ καὶ ἡ γαλλικὴ κτῆσις, πιθανώτατα δὲ ἡ κουρδικὴ καὶ κιρκασιακὴ πολιτεία. Γεωγραφικῶς ἡ μικρασιατικὴ χερσόνησος ἦτο προσφορωτέρα εἰς τοιαύτην ὀργάνωσιν ἀπὸ τὴν βαλκανικήν.

Ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς κυρίως Δυτικῆς Μικρασίας, ἤτοι τῆς ἀρχαίας Ἰωνίας καὶ Αἰολίας, ἴσου περίπου κατ’ ἔκτασιν μὲ τὴν Ἑλλάδα τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, θὰ συνεκεντρώνετο ὁμογενὴς ἑλληνικὸς ὄγκος, δύο τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων ψυχῶν. Θὰ τὸν ἀπήρτιζαν τὸ ἓν ἑκατομμύριον τῶν αὐτοχθόνων καὶ ὅσοι θὰ συνέρρεαν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς χερσονήσου καὶ ἀπὸ τὸν Πόντον. Ὑπῆρχε δὲ ἀκόμη χῶρος διὰ τοὺς ἐκ Θρᾴκης Ἕλληνας τῶν ὁποίων ἡ θέσις ἀπέβαινεν ἀφόρητος μεταξύ Τούρκων καὶ Βουλγάρων.

Γεωργικῶς, ναυτικῶς καὶ ἐμπορικῶς, ἡ εὐημερία τῆς νεωτάτης αὐτῆς Ἑλλάδος παρουσιάζετο ἀπολύτως ἐξησφαλισμένη.

Ἡ διαρρύθμισις τοῦ μικρασιατικοῦ ζητήματος ἐτίθετο πανταχοῦ κατὰ τὰς ἰδίας γενικὰς γραμμὰς τοῦ Βενιζέλου. Ἰδοὺ ἐπὶ παραδείγματι τί ἀνέφερεν ἐκ Ρώμης ὁ ἐκεῖ πρεσβευτής τῆς Ἑλλάδος:

«Οἱ κυβερνῶντες τὴν Ἰταλίαν ἐλπίζουν ὅτι, ἡττωμένης τῆς Γερμανίας, θὰ ἐπιστῇ ἡ ὥρα τοῦ διαμελισμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, θὰ ἐγκατασταθῇ δὲ καὶ ἡ Ἰταλία ἐν αὐτῇ. Ὑποθέτουν εὐλόγως ὅτι ἡ Ρωσσία, διὰ τῶν ἀρμενικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Τουρκίας, θὰ κατέλθῃ εἰς Μεσόγειον ἀντικρὺ τῆς Κύπρου.

«Ἡ Γαλλία θὰ λάβῃ τὴν Συρίαν καὶ ἡ Ἀγγλία τὴν Ἀραβίαν. Θὰ ἀπομείνῃ ἱκανὸς διὰ τὴν Ἰταλίαν χῶρος πρὸς δυσμὰς τῶν ρωσσικῶν κτή-