Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/312

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
262
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

ρων ἐπιδρομών. Αἱ μεταναστεύσεις ἐγίνοντο κατ’ ἀρχὰς ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς, διὰ νὰ ἐπαναστρέψουν κατόπιν ἐκ δυσμῶν πρὸς ἀνατολάς» [1].

Ζωντανότερος ἀπὸ τὸν Γάλλον γεωγράφον, ὁ Ἕλλην πολιτικὸς εἶδε τὰς ἀκτὰς τῆς εὐρωπαϊκῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς Ρόδου μέχρι τοῦ Ἑλλησπόντου ὡς τεράστιον πέταλον ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἰσέρχεται ἡ μικρασιατικὴ Ἑλλάς.

Ἡ ἀκμὴ τῆς ἑλληνικῆς Μικρασίας ἦτο ἀνωτέρα πάσης άλλης ἑλληνικῆς χώρας. Ἐκτὸς τῶν νήσων, τοῦ Πόντου, καὶ τῆς ἀσιατικῆς ὄχθης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῆς καθαυτὸ Δυτικῆς Μικρασίας, τῆς ἀρχαίας Ἰωνίας καὶ Αἰολίας, ἔφθανε τὸ ἓν ἑκατομμύριον ψυχῶν. Οἱ Ἕλληνες ἦσαν οἱ ἀρχαιότεροι καὶ γνησιώτεροι αὐτόχθονες τῆς περιοχῆς. Ὁ οἰκονομικὸς καὶ πνευματικὸς πολιτισμός των ἐπὶ τῆς γῆς ἐκείνης εἶχεν ὀπίσω του ἱστορίαν τριάντα αἰώνων. Τὸ 1914 ἐλειτούργουν εἰς τὴν Δυτικὴν Μικρασίαν 1500 σχολεῖα μὲ 150.000 μαθητὰς καὶ 4.000 διδασκάλους. Ἀνάλογος ἦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν ναῶν.

Ἡ δύναμις ὁλοκλήρου τοῦ μικρασιατικοῦ ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν διωγμῶν, εἰς 2 ½ ἑκατομμύρια προσώπων, 2.300 σχολεῖα, 200.000 μαθητές, 5.000 διδασκάλους, 2.200 ἐκκλησίας, 3.000 ἱερεῖς. Ἡ γεωργία καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς χώρας εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας ἑλληνικάς. Εἰς στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς ἡ Μικρασία ἦτο ἴση μὲ τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1913, ἀλλὰ πλουσιωτέρα αὐτῆς καὶ ἐπὶ ἐδάφους περισσότερον γονίμου.

Μέχρι τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἡ Μικρασία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ, διὰ τὸ ἐλεύθερον ἑλληνικὸν κράτος, ἀντικείμενον πολιτικῆς ἐπεκτάσεως. Ἐπ’ αὐτῆς συνεκρούοντο καὶ ἰσορροποῦντο δυσκόλως τὰ ἀνταγωνιζόμενα συμφέροντα καὶ αἱ βλέψεις τῆς Ρωσσίας, Γερμανίας, Ἀγγλίας Γαλλίας, Ἰταλίας. Ἡ Ἑλλὰς ἦτο πολύ μικρὰ διὰ νὰ ἀναμιχθῇ σοβαρῶς εἰς ἀγῶνα τόσον μεγάλον.

Διὰ τοῦτο ὁ Βενιζέλος καὶ ὅταν ἀκόμη τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1914 ἠπείλησε μὲ πόλεμον τὴν Τουρκίαν χάριν τοῦ μικρασιατικού Ελληνισμοῦ οὐδὲ στιγμὴν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν τῆς ταχείας πολιτικῆς ἑνότητος τῶν δύο Ἑλλάδων, εὐρωπαϊκῆς καὶ μικρασιατικῆς.

Ἡ μικρασιατικὴ πολιτική, ὑπὸ τὴν μορφὴν θετικῆς ἐφαρμογῆς, ὡρίμαζε βραδέως εἰς τὴν σκέψιν τοῦ Βενιζέλου. Εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀνάγκην δεκαπενταετοῦς τοὐλάχιστον εἰρηνικῆς περιόδου διὰ τὸ νέον ἑλληνικὸν καθεστώς, ὅπως τοῦτο ἐνεφανίσθη μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου. Ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἀπεδεικνύετο ὁ βαθμὸς τῆς ἑλληνικῆς ζωτικότητος, θὰ ἀνεπτύσσετο τὸ κράτος καὶ θὰ ἐλάμβαναν ὁριστικὴν ὄψιν τὰ προβλήματα τοῦ ὑποδούλου ἔθνους.

Αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου ἔφεραν βιαίως καὶ ὀξύτατα εἰς τὸ μέσον τὸ


  1. Ἐλισαίου Ρεκλύς. «Παγκόσμιος Γεωγραφία» τόμος 9ος σελὶς 403. Μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκφράζονται διὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ ἱστορικὸς Κούρτιος καὶ ὁ γεωγράφος Φίλιψον.