Χωρὶς νὰ συγκρίνωνται μὲ τοὺς ἐγκυκλοπαιδιστὰς τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἢ πρὸς τοὺς Ρώσσους διανοουμένους, οἱ Ἕλληνες δημοτικισταὶ ἐνθυμίζουν καὶ τούτους καὶ ἐκείνους.
Κανείς των προσωπικῶς δὲν θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως στέκει ὁ Φίχτε εἰς τὴν Γερμανίαν ἢ ὁ Μαντσίνι εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἀλλ’ ἡ κοινή των προσπάθεια ἑτοίμασε τὸν δρόμον τοῦ Ἕλληνος Καβούρ.
Ἡ ἐπὶ τῆς ἐξουσίας ὀλιγαρχία ἐχρησιμοποίει ἀνέκαθεν τὸ τυπολατρικὸν μέρος τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τὴν καθαρεύουσαν ὡς μέσα ἐπιρροῆς ἐπὶ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων. Ἐπομένως καὶ τὸ καθαυτὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἔχει τὴν κοινωνικὴν πολιτικήν του ὄψιν. Λαμβάνει ὅμως ἀναμφισβήτητον χαρακτῆρα κοινωνικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀφ’ ἧς ὥρας ἐξεδόθη τὸ βιβλίον τοῦ Α. Φωτιάδη, 1900, ὑπὸ τὸν τίτλον: «Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα καὶ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀναγέννησις». Ἡ ἐκπαίδευσις ὅλων τῶν βαθμῶν, πρὸ πάντων ἡ κατωτέρα, ἀνήκει εἰς τὴν πολιτικὴν μιᾶς χώρας καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἀνώτερον προορισμὸν τῆς ὠργανωμένης κοινωνίας. Τὸ ὀλιγαρχικὸν νεοελληνικὸν κράτος εἶχε δώσῃ ὡρισμένην μορφὴν εἰς τὴν σχολικὴν ἀγωγήν, ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς βλέψεις καὶ τὰ συμφέροντά του, τὰ ὁποῖα δὲν συνίσταντο βέβαια εἰς τὴν χειραφέτησιν, τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸν συγχρονισμὸν τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Ἡ ἀντίθετος προσπάθεια τῶν δημοτικιστῶν συνήντησε σφοδρὰν ἀντίστασιν τῆς ὀλιγαρχίας. Ἡ καθαρεύουσα ἐχρησιμοποιεῖτο παρ’ αὐτῆς ἐκπαιδευτικῶς διὰ νὰ χωρίζῃ τὸν λαὸν εἰς ἐγγραμμάτους καὶ εἰς ἀγραμμάτους, εἰς ἀριστοκράτας δηλαδὴ καὶ κάτω τάξιν. Ὁ δημοτικισμὸς ἐσήμαινεν ἰσότητα δι’ ἀνυψώσεως τοῦ ἀγρότου καὶ τοῦ μικροαστοῦ. Πέραν ἀκόμη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ὁ δημοτικισμὸς υἱοθέτει τὴν τέχνην, τὴν μουσικήν, τὴν κοινοτικὴν ὀργάνωσιν τῶν λαϊκῶν τάξεων. Ἰδοὺ πελώριον πρόγραμμα τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἀνέτρεπεν ὁλόκληρον τὸ ὀλιγαρχικὸν οἰκοδόμημα [1].
Ὁ δημοτικισμὸς ὡς εὐρυτάτη ἰδεολογικὴ κίνησις ἔχει ἑνότητα μόνον εἰς τὰς πολὺ μεγάλας γραμμάς του. Ἐντὸς αὐτῶν παρουσιάζει διαφόρους τάσεις, αἱ ὁποῖαι χωρίζουν τοὺς δημοτικιστὰς εἰς ἐθνικόφρονας μὲ ἀντιπροσωπευτικούς τύπους, τὸν Μαβίλην καὶ τὸν Δραγούμην, εἰς τὸ κέντρον μὲ τὸν Α. Δελμοῦζον, εἰς τὴν ἀριστερὰν μὲ πλείστους αρχηγούς, ἐξερχομένους πλέον ἀπὸ τὴν ἀστικὴν παράδοσιν.
- ↑ Τὸ 1904 ἱδρύθη ἐν Ἀθήναις ἡ ἑταιρεία «Ἐθνικὴ Γλώσσα» ὑπὸ τῶν Α. Καρκαβίτσα, Κώστα Χατζόπουλου, Ἴωνος Δραγούμη, Φιφίκου Μάτσα, Λάμπρου Πορφύρα, Γ. Σωτηριάδη, Δ. Πετροκόκκινου. Οἱ ἀνωτέρω καὶ οἱ Στ. Ραμᾶς, Α. Δελμοῦζος, Α. Μπενάκης, Κ. Τοπάλης, Ν. Λάππας, Κ. Δεμερτζῆς, Α. Διομήδης, Κ. Μελᾶς ἀπεφάσισαν νὰ ὀργανώσουν εἰς Ἀθήνας πρότυπον δημοτικὸν σχολεῖον, ὡς πείραμα ὑψίστης ἐθνικῆς σημασίας. Τὸ 1907 ἐλειτούργησεν εἰς Βόλον τὸ παρθεναγωγεῖον Α. Δελμούζου. Τὸ 1910 συνεπήχθη ὁ «Εκπαιδευτικός Ὅμιλος» καὶ τὸ «Πρότυπον Σχολεῖον Ἀθηνῶν». Εἰς τὰ μέλη του συγκατελέγοντο ἐπιστήμονες, ἀξιωματικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὅπως ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης, Γ. Καφαντάρης, Ἀλ. Παπαναστασίου, Α. Ἀλεξανδρῆς κλπ. Τὸ 1917 ή δημοτικὴ γλῶσσα εἰσήχθη ἐπισήμως εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τοῦ κράτους.