Πράγματι μέχρι τῆς ἐκστρατείας τῶν Δαρδανελλίων ἐπεκράτει εἰς τὴν Ἑλλάδα κατάστασις, ἡ ὁποία ὠνομάσθη «λανθάνουσα κρίσις». Ἠμπορεῖ νὰ ἀποκληθῇ καὶ περίοδος «ἐσωτερικῆς ἀνακωχῆς». Τὴν χαρακτηρίζει διαφορὰ ψυχολογίας μεταξὺ ὅσων ἐπεριστοίχιζαν τὸν Κωνσταντῖνον ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Βενιζέλου μετὰ τῶν συνεργατῶν του ἀφ’ ἑτέρου. Οἱ πρῶτοι ἐνόμιζαν ὅτι ἡ οὐδετερότης θὰ διήρκει ὅσον καὶ ὁ πόλεμος. Εὕρισκαν ἐπιχειρήματα διὰ νὰ πείθουν καὶ τὸν Βενιζέλον καὶ τὴν Συνεννόησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ μείνῃ ἀμέτοχος ἀπὸ τὸν ἀγῶνα. Θὰ ἐφεύρισκαν πάντοτε καὶ ἄλλα.
Ἀπ’ ἐναντίας ὁ Βενιζέλος οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀνειλικρινής. Δὲν ἐπραγματοποίησεν ἀμέσως τὴν πολιτικήν του τῆς δράσεως, εἴτε διότι δὲν τὸ ἠθέλησαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, εἴτε διότι ἔβλεπεν ὅτι τὸ κράτος θὰ ἐκινδύνευεν ἄνευ ὠφελείας. Αἱ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1914 ἕως τοῦ Φεβρουαρίου 1915 ἀρνήσεις του πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν δὲν ἦσαν προσχήματα ἀλλ’ ἐξέφραζαν βαθεῖαν πεποίθησιν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ὁ πρωθυπουργός, ὅστις ἀνέλαβεν ἀπὸ τῆς 30 Αὐγούστου/11 Σεπτεμβρίου τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, διέλυσεν ἀμέσως καὶ ἐπανειλημμένως πᾶσαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἀπέφευγε νὰ εἶναι κατηγορηματικὸς ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἀπαντῶν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ συνήθη διαβήματα τοῦ φὸν Κουάτ, προσπαθοῦντος νὰ ἀποσπάσῃ ὑπόσχεσιν τῆς Ἑλλάδος περὶ ἀπολύτου ουδετερότητος, ὁ Στρέϊτ ἀνεκοίνωσεν:
«Ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐπεστρατεύετο, ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπεχρεοῦτο νὰ πράξῃ ἀμέσως τὸ ἴδιον, τοῦτο δὲ ἀνεξαρτήτως τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανεν ἡ Ἑλλάς, δεδομένου ὅτι ἄλλως ἡ Βουλγαρία ἠδύνατο νὰ ἐπωφεληθῇ διὰ νὰ τῆς ἐπιτεθῇ».
Ἡ ἀοριστία αὐτὴ τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ὑπουργείας Στρέϊτ προοιωνίζεται τὴν εἰρηνικὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915. Ἀντιθέτως ὁ Βενιζέλος ὑπῆρξε σαφέστατος.
Τὴν 31 Αὐγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1914, ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Τουρκία συνεφώνησε μὲ τὴν Βουλγαρίαν. Δύο σώματα τουρκικοῦ στρατοῦ θὰ ἡνώνοντο μετὰ τοῦ βουλγαρικοῦ καὶ θὰ ἐπετίθεντο κατὰ τῆς Σερβίας. Ἄλλα τέσσαρα θὰ ἔμεναν εἰς Θράκην ἐπιτηροῦντα τὴν Ρουμανίαν. Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησεν:
«Εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ παραστῇ θεατὴς ἀδιάφορος τουρκοβουλγαρικῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Σερβίας. Ἐκτὸς τῶν συμφερόντων καὶ αἱ συμμαχικαὶ ὑποχρεώσεις μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας, ἐὰν ἡ ἀναγγελλομένη ἐπίθεσις πραγματοποιηθῇ» [1].
Καμμία συμφωνία δὲν εἶχε συνομολογηθῆ. Ὁ Κουὰτ ἤθελεν ἀκριβῶς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑλληνικῆς ὑποσχέσεως, διὰ νὰ ὠθήσῃ τὴν Βουλγαρίαν κατὰ τῆς Σερβίας. Ἀλλ’ ὁ Βενιζέλος καὶ τὸ χονδροειδὲς αὐτὸ τέχνασμα ἔμα-
- ↑ Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Λευκὴν Βίβλον τοῦ 1917.