κυβερνήσεως φαίνεται μετατρεπομένη εἰς ἀντίθεσιν κατευθύνσεων μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ Στέμματος».
Ἡ ἀπὸ μηνὸς λανθάνουσα κρίσις ἐλάμβανε τὴν ἀληθινήν της εξήγησιν. Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος ἐδίσταζεν ἀκόμη. Ὑπελόγιζε τὴν λαοκρατίαν τῶν φιλελευθέρων. Ἡ ἐπιρροὴ τῶν ἰδιαιτέρων συμβούλων του δὲν ἦτο εἰσέτι ἀποφασιστική. Ἀντελήφθη ἑπομένως τὸ βαρύτατον σφάλμα του. «Ἐπειγόντως καὶ αὐθωρεί», κατὰ τὴν ἰδίαν του ἔκφρασιν, ἔγραψε πρὸς τὸν Βενιζέλον. Ἡ ἐπιστολὴ ἤρχιζεν ἔτσι:
«Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε τὰ θεωρῶ ἰσχυρότατα καὶ τὰ παραδέχομαι πληρέστατα!»
Ἔκρηξις εἰλικρινείας. Ὁμολογία πταίσματος. Δικαιολογία ὅτι ὁ Κὰρρ τὸν παρεξήγησεν. Ὅτι ἐσύγχυζε τὴν ἐπίσημον καὶ τὴν ἰδιωτικὴν φιλικὴν συνομιλίαν. Ὁ βασιλεὺς ἔγραφε προσέτι:
«Τοῦ εἶπα (τοῦ Κὰρρ) ὡς «κουβέντα», ἀφοῦ τοῦ εἶπα πρῶτον ὅτι ἦτο πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ μεταξὺ τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας καὶ ὅτι δὲν ἦτο δική του δουλειά, ὅτι ἂν ἡ Βουλγαρία ἔμενεν ἀμέτοχος εἰς τοιοῦτον πόλεμον κατόπιν θὰ ἦτο αὐτὴ ἰσχυρὰ καὶ δὲν ἀπεκλείετο ὁ φόβος νὰ ἐζήτει τότε ἀφορμὴν ἐπιθέσεως ἐναντίον μας. Βλέπετε καὶ ἐκ τοῦ τύπου τῆς ὁμιλίας του ὅτι δὲν τοῦ ἔκαμα ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸ ναυαρχεῖον».
Συμπέρασμα:
«Ἐπροσπάθησα πάντοτε, ἔλεγεν ὁ Κωνταντῖνος, νὰ εἶμαι τίμιος καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὰς σχέσεις μου μετὰ τῶν ὑπουργῶν μου, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὰς σχέσεις μου πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. Βενιζέλον ὡς ἄνθρωπον».
Ἡ παραίτησις δὲν ἐγίνετο δεκτή. Ἡ ρῆξις ἀπεσοβεῖτο. Ὁ Κὰρρ ἐγνωστοποίησε πρὸς τὸν Τσῶρτσιλ (26 Αὐγούστου/8 Σεπτεμβρίου 1914) ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἐπιτελεῖον εἶχεν ἕτοιμα τὰ σχέδια τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Καλλιπόλεως. Ἡ κυβέρνησις ὅμως ἔθετε τὸν ὅρον τῆς ἐξασφαλίσεως ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Καὶ τοῦτο, ἐννοεῖται, δὲν ἦτο ἀκριβὲς ἐφ’ ὅσον ἡ κυβέρνησις παρέμεινεν ἀγνοοῦσα ουσιαστικῶς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Τσῶρτσιλ.
Ὁ Κὰρρ προσηνέχθη ὡς αὐλικὸς καὶ ὄχι ὡς ἄγγλος ναύτης. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐνήργει ὡς ἁπλοῦς συνάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας. Ἐξ αἰτίας των ἐχάθη ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ πρὸς συνομολόγησιν ἀγγλοελληνικῆς συμμαχίας καὶ ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος.
Ὁ Βενιζέλος ἐξηπατᾶτο. Ἐπέμενε καὶ συνεχώρει ἐπειδὴ ἔτρεμε τὴν διάσπασιν. Τὰ πράγματα ὅμως ἔχουν νόμους ἀμειλίκτους, τοὺς ὁποίους δὲν κάμπτει πάντοτε ἡ ἀνθρωπίνη θέλησις. Πίσω ἀπὸ τὴν τυπικὴν συμφιλίωσιν ἐμαίνετο ἡ διχόνοια.
Ὁ ὑπὸ παραίτησιν ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Στρέϊτ ἐπέδιδεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν πρωθυπουργὸν ὑπόμνημα περὶ τῆς τηρητέας ἐθνικῆς πολιτικῆς. Τὸ ἔγγραφον εἶχε χρονολογίαν 25 Αὐγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1914, τὴν ἰδίαν δηλαδὴ τοῦ ἐπεισοδίου Βενιζέλου καὶ Βασιλέως. Κατὰ