γενικὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Ἔκτοτε καθιδρύθη δυναστικὴ ἐπιρροὴ εἰς τὸ στράτευμα, ὅπου πρότερον ἐπεκράτουν πατριωτικαὶ καὶ δημοκρατικαὶ κατευθύνσεις.
Ἡ ἀπὸ τοῦ 1898 μέχρι τοῦ 1909 ἑπταετὴς διοίκησις τοῦ Θεοτόκη ἐκορύφωσε τὴν ὀλιγαρχικὴν πίεσιν. Προστιθεμένη εἰς τὸ θετικὸν φαινόμενον τῆς ἀνόδου τῶν ἀστῶν ἡ θεοτοκικὴ περίοδος συνέρρευσεν, ἀρνητικῶς μὲ ἄλλους παράγοντας διὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ Γουδί, τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Βενιζέλου καὶ τὴν διαμόρφωσιν νέας τάξεως πραγμάτων.
Διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἐξέγερσις ὡς ἐκείνη τοῦ 1909, προαπαιτεῖται καὶ ψυχολογικὴ - πνευματικὴ παρασκευὴ τοῦ ἐδάφους. Ἡ οἰκονομικὴ ἀκμὴ τῶν ἀστῶν εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑψώθησαν οὗτοι διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἡ ὀλιγαρχία εἶχεν ὁλόκληρον κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν ἐξοπλισμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀκατάλληλος διὰ τὸ νέον κράτος. Οἱ ἀστοὶ ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν. Τὰ μέσα τοὺς τὰ ἔδωκε πρωτίστως ὁ δημοτικισμός, ὁ πνευματικὸς αὐτὸς πρόγονος τῆς νεοελληνικῆς μεταβολῆς.
Ὡς φαινόμενον κοινωνικὸν ὁ δημοτικισμὸς παρουσιάζεται περὶ τὸ 1900. Ἕως τότε ὁ Ἑλληνισμὸς ἐστρέφετο γύρω ἀπὸ δύο πόλους, τὴν κλασικὴν καὶ τὴν βυζαντινὴν παράδοσιν. Ἀμφοτέρας, ἰδίως δὲ τὴν δευτέραν, τὰς εἶχεν υἱοθετημένας ἡ ὀλιγαρχία. Μετὰ κυριαρχίαν ἑνὸς αἰῶνος, ἡ ἀπόδοσίς των ἐκτὸς ἀξιολόγων ἐξαιρέσεων ἦτο ἄκαρπος.
Ὁ δημοτικισμὸς ἐθεώρησεν ὡς πραγματικότητα νεοελληνικὴν τὸ Εἴκοσι Ἕνα. Εἶδεν ὅτι, μὲ τὸν νεκρωμένον κλασικισμὸν καὶ μὲ τὴν βυζαντινὴν σχολαστικότητα, δὲν ἐδημιουργεῖτο ζωντανὸν ἔθνος ἢ πολιτισμός βιώσιμος. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐκρατοῦσαν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ Βυζάντιον ὅ,τι προσηρμόζετο εἰς τὴν ζωήν του. Ἡ νεοελληνικὴ ὅμως ἀρχιτεκτονικὴ δὲν ἠμποροῦσε νὰ οἰκοδομήσῃ σημερινὸν σπίτι μὲ τὸν δωρικὸν ρυθμὸν ἢ τὸν βυζαντινὸν θόλον. Τὸ ἔθνος εἶχε ξεκινήσῃ ἀπὸ τὸ Εἴκοσι Ἕνα. Αὐτὸν τὸν δρόμον ὤφειλε νὰ ἐξακολουθήσῃ. Οἱ δημοτικισταὶ ἐκήρυξαν μὲ θάρρος τὴν πεποίθησίν των. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εὑρίσκεται τὸ κέντρον τῆς μεταρρυθμίσεως των. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς δημοτικῆς γλώσσης εἶναι δευτερευούσης σημασίας.
Ἐὰν οἱ κορυφαῖοι δημοτικισταὶ κριθοῦν καθένας χωριστά, εἶνε ἀδύνατον νὰ μετρηθῇ ἡ συμβολή των εἰς τὴν ἀναγέννησιν τῆς νέας Ἑλλάδος. Ὅταν ὅμως, ὁ Ψυχάρης, ὁ Πάλλης, ὁ Ἑφταλιώτης εἰς τὸ καθαυτό γλωσσικὸν ζήτημα· ὁ Κ. Παλαμᾶς, ὁ Λ. Μαβίλης εἰς τὴν ποίησιν· ὁ Γ. Σκληρὸς εἰς τὴν κοινωνιολογίαν· ὁ Α. Φωτιάδης, ὁ Α. Δελμοῦζος εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν· ὁ Βλάσης Γαβριηλίδης, ὁ Ἰωάννης Κονδυλάκης, ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας, ὁ Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος, ὁ Κωνσταντῖνος Θεοτόκης εἰς τὸν πεζὸν λόγον· ὁ Μ. Τριανταφυλλίδης εἰς τὴν γλωσσολογικὴν ἐπιστήμην· ὁ Γιάννης Καμπύσης εἰς τὸ ἰδεολογικὸν θέατρον· ὁ Δ. Ταγκόπουλος εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν τῶν θεωριῶν, ὅταν αὐτοὶ καὶ τόσοι ἄλλοι ληφθοῦν ὡς σύνολον, τότε προκύπτει καθαρὰ ἡ σημασία τοῦ δημοτικισμοῦ.