«Θεραπειά, Κωνσταντινουπόλεως, 2 Αὐγούστου 1914, ἀριθμὸς 408. Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, Βερολῖνον. Ἡ συνθήκη συμμαχίας (μεταξὺ Γερμανίας καὶ Τουρκίας) ὑπεγράφη σήμερον τὸ ἀπόγευμα τὴν 4ην ὥραν. (Ὑπογραφὴ) Βαγκενάϊν».
Ἀμέσως ἔπειτα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 409 τηλεγραφήματός του ὁ Βαγκενάϊν διεβίβαζε τὸ κείμενον τῆς συνθήκης ὑπογεγραμμένης παρὰ τοῦ βεζύρου Σαῒτ Χαλήμ, τὸν ὁποῖον οἱ Ἕληνες ἱστορικοὶ ἐχαρακτήριζαν οὐδετερόφιλον καὶ παρασυρθέντα εἰς τὴν γερμανικὴν συμμαχίαν ἕνεκεν ἀκριβῶς τῆς ἐμφανίσεως τοῦ «Γκαῖμπεν» ἐντὸς τοῦ Μαρμαρᾶ.
Ὥστε ἡ Τουρκία συνεδέετο μὲ τὴν Γερμανίαν, διὰ συνθήκης ἐπιθετικῆς καὶ ἀμυντικῆς, ὅταν τὰ δύο καταδρομικὰ εἰσέπλευσαν εἰς τὰ στενά.
Συνετέλεσεν ὅμως, ἔστω καὶ ἀθελήτως ὁ Βενιζέλος, ὥστε νὰ διαφύγουν τὰ δύο γερμανικὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀγγλογαλλικῶν στόλων; Διότι ὑπεστηρίχθη καὶ τοῦτο:
«Τὸ «Γκαίμπεν» καὶ τὸ «Μπρεσλάου» ἠδυνήθησαν νὰ διαφύγουν τὴν καταδίωξιν τῶν ἀγγλογαλλικῶν στόλων χάρις εἰς τὸν κ. Βενιζέλον».
Κατόπιν τούτου θὰ ὑπέθετε κανεὶς ὅτι τὰ γερμανικὰ κατέφυγαν εἰς ἑλληνικὸν λιμένα, ἐνῷ ἠκολουθοῦντο κατὰ πόδας ὑπὸ τῶν Ἀγγλογάλλων, ὅτι ἠνθράκευσαν καὶ ἐπανέλαβαν τὴν πορείαν των πρὸς τὰ Δαρδανέλλια μετὰ πάσης ταχύτητος, βομβαρδιζόμενα ὑπὸ τῶν ἐχθρικῶν στόλων. Τί συνέβη πράγματι; Τὸ διηγεῖται ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῆς Ἀγγλίας Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ:
Τὴν 5ην Αὐγούστου 1914, το «Γκαῖμπεν» καὶ «Μπρεσλάου» ἐναυλόχουν εἰς Μεσσήνην τῆς Ἰταλίας. Ἐπληροφορήθησαν ἐκ Βερολίνου τὴν ὑπογραφὴν τῆς γερμανοτουρκικῆς συνθήκης καὶ διετάχθησαν ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Γουλιέλμου νὰ πλεύσουν εἰς Δαρδανέλλια, ὅπου θὰ ἡνοῦντο μὲ τὸν τουρκικὸν στόλον. Τὴν 5ην ἀπογευματινὴν ὥραν τῆς 6ης Αὐγούστου, τὰ γερμανικὰ ἐξέπλευσαν ἀπὸ τὴν Μεσσήνην. Ἦτο δυνατὸν νὰ καταστραφοῦν ἐπὶ τόπου παρὰ τοῦ ἀγγλικού στόλου τῆς Μεσογείου, ἀλλ’ ὁ ναύαρχος Μπάρκλαιϋ Μὶλν εἶχε συγκεντρώσει τὴν προσοχὴν καὶ τὰς δυνάμεις του εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ αὐστριακοῦ στόλου. Οἱ Γάλλοι ἦσαν ἐντελῶς ἀπερροφημένοι μὲ τὴν προστασίαν τῶν συγκοινωνιῶν Ἀλγερίου–Τύνιδος. Οὕτω τὰ γερμανικὰ διέφυγαν ἀπαρατήρητα ἐκ τοῦ ὄγκου τῶν ἀγγλογαλλικῶν στόλων.
Τὰ ἀντελήφθη ὅμως ὁ ναύαρχος Τροῦμπιτζ, διοικῶν τέσσαρα καταδρομικὰ καὶ μοῖραν ἀγγλικῶν ἀντιτορπιλλικῶν. Ἐπειδὴ ἐστερεῖτο πλοίου ἐξ ἴσου ἰσχυροῦ μὲ τὸ «Γκαῖμπεν», ὁ Τροῦμπιτζ παρηκολούθει, ζητῶν νὰ προσβάλῃ τὰ ἐχθρικὰ διὰ τῶν τορπιλλικῶν του τὴν νύκτα. Δὲν τὸ ἐπέτυχε καὶ δὲν ἀπετόλμησεν ἔπειτα νὰ ναυμαχήσῃ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Διὰ τοῦτο ἐνῷ τὸ «Γκαῖμπεν» καὶ τὸ «Μπρεσλάου» παρέπλεαν τὸ Ταίναρον, ἡ μοῖρα τοῦ Τροῦμπιτζ, ἀνέκρουσε πρύμναν καὶ εἰσῆλθε τὴν 10ην πρωϊνὴν ὥραν τῆς 7ης Αὐγούστου εἰς τὸν λιμένα Ζακύνθου. Ἓν μόνον ἐλαφρὸν