Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/286

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
238
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

ἄλλας καυσίμους ὕλας ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Ἕνεκα τοῦ μέτρου τῆς ἐπιτάξεως, τὴν ἄδειαν τῆς ἀνθρακεύσεως ἔδωκεν ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος, ἐγκρίνων τὴν ἐπὶ τούτῳ αἴτησιν τῆς γερμανικῆς πρεσβείας, ἥτις ἐζήτησε τὴν ἀνθράκευσιν ὄχι τοῦ «Γκαῖμπεν» καὶ «Μπρεσλάου», ἀλλὰ δύο γερμανικῶν φορτηγῶν, ἠγκυροβολημένων ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου εἰς Πειραιᾶ.

Τὸ πραξικόπημα τῶν γερμανικῶν καταδρομικῶν ἐθεωρήθη δικαίως γεγονὸς ὑψίστης σημασίας. Πλεῖστοι ξένοι ἱστορικοὶ τὸ ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀφορμήν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Τουρκία προσεχώρησεν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ παρετάθη ὁ παγκόσμιος πόλεμος. Οὐδεὶς ἐκ τούτων ἐπέκρινε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως. Μόνον Ἕλληνες κατηγόρησαν τὸν Βενιζέλον ὅτι ἐφωδίασε τὰ γερμανικὰ πολεμικὰ καὶ διηυκόλυνε τὴν εἴσοδον αὐτῶν εἰς τὰ Δαρδανέλλια. Καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Γ. Στρέϊτ ἔκρινεν ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν πρᾶξιν τοῦ πρωθυπουργοῦ ὡς μυστηριώδη, ἐξέφρασε δὲ δημοσίᾳ τὴν ἀπορίαν του ἐπειδὴ δὲν ἐζητήθη ἡ γνώμη του ἐπὶ τοῦ ζητήματος.

Ὁ Βενιζέλος ἱστορεῖ ὡς ἀπολούθως τὸ ἀξιομνημόνευτον περιστατικόν:

«Τὴν νύκτα τῆς 5ης πρὸς τὴν 6ην Αὐγούστου (νέον ἡμερολόγιον) 1914, ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας μοῦ ἐτηλεφώνησε παρακαλῶν ὅπως ἐγκρίνω τὴν ἀνθράκευσιν δύο γερμανικῶν ἐμπορικῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἀγκυροβόλουν εἰς Πειραιᾶ καὶ ἤθελαν νὰ ἀποπλεύσουν. Οὐδεμίαν νύξιν μοῦ ἔκαμε περὶ τοῦ «Γκαῖμπεν», «Μπρεσλάου» καὶ οὔτε φυσικὰ τὸ ὑπωψιάσθην ὁ ἴδιος. Ἔδωκα τὴν ζητουμένην ἄδειαν καὶ ἀπηύθυνα τὴν σχετικὴν διαταγὴν πρὸς τὸν λιμενάρχην Πειραιῶς. Τὴν παρέλαβεν ὑπάλληλος τῆς γερμανικῆς πρεσβείας, ἐλθὼν πρὸς ἐμὲ μετὰ τὴν τηλεφωνικὴν συνεννόησιν.

Τὰ δύο γερμανικὰ ἐμπορικὰ ἐδικαιοῦντο νὰ ἀναχωρήσουν ἐκ τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ νὰ παραλάβουν γαιάνθρακας, ἐπαρκεῖς διὰ τὸν μέχρι τοῦ πλησιεστέρου γερμανικοῦ λιμένος πλοῦν αὐτῶν. Ἡ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐνέργειά μου ἦτο ἐπιβεβλημένη. Ὡς πρὸς τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἀπηυθύνθην πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν εὑρίσκω ἐντελῶς ἀστήρικτον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπεβλήθη ἐπίταξις εἰς τοὺς γαιάνθρακας καὶ ἴσχυε τὸ μέτρον τοῦτο, ἡ ἄδεια τῆς ἀνθρακεύσεως ἦτο πρᾶξις ἐσωτερικοῦ δικαίου. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑρμηνείας διεθνοῦς κανόνος, ἀλλὰ περὶ διοικητικῆς ἐνεργείας. Διὰ τοῦτο ὁ Γερμανὸς πρεσβευτὴς ἀπηυθύνθη εἰς ἐμὲ καὶ ὄχι πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν».

Ἡ ὑπόθεσις οὐδὲν εἶχε τὸ μυστηριῶδες καὶ ἡ ρύθμισις αὐτῆς ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ Γερμανοὶ ἐψεύσθησαν, διότι ἐφοβοῦντο ἀκριτομυθίαν τινά, ἐὰν ἐφανέρωναν ὅτι οἱ γαιάνθρακες προωρίζοντο διὰ τὸ «Γκαῖμπεν», «Μπρεσλάου». Ήτο πιθανώτατον τότε ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἐκοινολογεῖτο καὶ οἱ ἀγγλογαλλικοὶ στόλοι θὰ κατέστρεφαν τὰ δύο γερμανικά, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀνθρακεύσεως. Χωρὶς τὸν φόβον αὐτόν, τὰ ξένα καταδρομικὰ ἠδύναντο νὰ ἀνθρακεύσουν φανερὰ εἰς τὸν Πειραιᾶ, καθὼς τὸ ἔκαμαν, εἴκοσι τέσσαρας ὥρας πρὶν εἰς τὸν ἰταλικὸν