Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/284

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
236
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

ὡς σύμμαχος τῆς Ἀντάντ. Ὁ πρωθυπουργὸς εξέφρασε τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς τελικῆς κατισχύσεως τῆς Συνεννοήσεως· ὑπέμνησεν ὅτι ὑφίστατο πάντοτε κατάστασις πολέμου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἕνεκα τῶν νήσων. Καὶ ἂν ἀκόμη ὁ πόλεμος ἐτελείωνε γενικῶς ἀμφίβολα, ἡ ἐπικράτησις τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν Μεσόγειον θάλασσαν ἦτο βεβαία. Αὐτῆς δὲ εἶχεν ἀνάγκην ὁ Ἑλληνισμός.

Ὁ Κωνσταντῖνος συγκατετέθη ὅπως ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως κάμῃ τὸ διάβημα τῆς συμμαχικῆς προσφορᾶς εἰς τὴν Ἀντάντ.

Τὸ γεγονὸς εἶνε ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων τῆς ὅλης ἑλληνικῆς κρίσεως. Διότι ὁ Κωνσταντῖνος συνεμερίζετο καὶ ἐνέπνεε τὴν πολιτικὴν τοῦ Στρέϊτ. Δὲν ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οὐδετερότητα. Πῶς ἔδωκεν ἀντίθετον πρὸς τὰς πεποιθήσεις του ἔγκρισιν; Ἐνόμιζεν ὅτι τὸ διάβημα τοῦ Βενιζέλου εἶχε πλατωνικὸν χαρακτῆρα; Ἦτο βέβαιος περὶ τῆς ἀρνήσεως τῆς Ἀντάντ; Ἐπεφύλασσε τὰς ἀντιρρήσεις του διὰ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἐπέμβασις; Ἐνέδωκεν ἐξ ἀδυναμίας ἀπέναντι τῆς πειστικότητος τοῦ Βενιζέλου;

Κάθε ἐξήγησις ἐπιτρέπεται. Βέβαιον εἶνε ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐζύγισεν ἀρκετὰ τὸ βάρος τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανεν οὔτε ὑπελόγισε τὰς συνεπείας της.

Πάντως ἐξουσιοδοτημένος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὁ Βενιζέλος ἐδήλωσε, τὸ ἀπόγευμα τῆς 5/18 Αὐγούστου 1914, πρὸς τοὺς πρέσβεις Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας ὅτι ἡ Ἑλλὰς τάσσεται μαζί των εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐὰν ἀναγνωρισθῇ ὡς σύμμαχος.

«Ἡ προσφορά αὕτη, ἔγραφεν ὁ Ἄγγλος ἐπιτετραμμένος, ἐγένετο ἰδιαιτέρως διὰ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἦσαν ἀρρήκτως συνδεδεμένα τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Βενιζέλου».

Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ὁριστικὴν ἔκφρασιν μὲ τὸ διάβημα τοῦ Βενιζέλου. Αἱ προϋποθέσεις καὶ οἱ σκοποί της ἦσαν οὐσιωδῶς ἐθνικοί. Αἱ περιστάσεις ὅμως ὑπὸ τὰς ὁποίας διεμορφώθη καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑλληνικὴ πρότασις ἔγινεν εἰς ὥραν ἀτυχιῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, ἔκαμαν νὰ νομισθῇ ὅτι ὁ Βενιζέλος ἐβιάζετο νὰ ρίψῃ τὸν τόπον του εἰς πόλεμον χάριν τῆς Ἀντάντ.

Ἀληθῶς ἔσπευδεν ὁ Ἕλλην πρωθυπουργός. Ἁλλὰ διὰ νὰ πείσῃ τὴν Συνεννόησιν περὶ τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων της εἰς τὴν Ἀνατολὴν μὲ ἐκεῖνα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἔσπευδε, διὰ μιᾶς τελικῆς προσπαθείας, νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξῆγεν ἀπὸ χιλίων ἐτῶν ὁ Ἑλληνισμὸς μόνος ἐπὶ τῆς νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης.

Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ συνάρτησις τῶν περιστατικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀφήγησις ἐπεχειρήθη μὲ κάθε δυνατὴν ἀκρίβειαν. Αὐτὸς ἄλλωστε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, δέκα πέντε ἔτη μετὰ τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς περὶ τῆς τότε πολιτικῆς του:

«Ἓν ἔτος περίπου πρὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, γράφει ὁ Βενιζέλος, καμμίαν πρόθεσιν δὲν εἴχαμεν νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν διπλωματικὴν ἀντί-