Τὴν 5/18 Αὐγούστου 1914 ὁ Βενιζέλος ἐξέθεσεν ἐκ νέου τὴν ὅλην κατάστασιν εἰς συνεδρίασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν ἤδη σημειώσει τὰς πρώτας ἐπιτυχίας των ἐναντίον τῶν Ἀγγλογάλλων. Ἐν τούτοις ὁ πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς τελικῆς καὶ γενικῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου, ἡ Ἀντάντ θὰ διετήρει τὴν ὑπεροχήν της εἰς τὴν Μεσόγειον καὶ τὸν Αἷμον. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἐπεβάλλετο ἡ προσχώρησις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Τριπλῆν Συνεννόησιν, διότι μόνον δι᾽ αὐτῆς θὰ ἀπετρέπετο ἡ θανάσιμος τουρκικὴ ἀπειλὴ καὶ ὁ βουλγαρικὸς κίνδυνος. Ἡ εἰσήγησις τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως ὑπῆρξε μακρά. Ἐν τέλει ἐζήτησεν ἐξουσιοδότησιν ὅπως προτείνῃ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συμμαχίαν Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ρωσσίας.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Γεώργιος Στρέϊτ ἔφερεν ἀντιρρήσεις: Τυπικῶς δὲν ἦτο πρέπον νὰ γίνῃ νέον διάβημα, ἐφ᾽ ὅσον αἱ Δυνάμεις δὲν ἀπήντησαν εἰς τὴν βολιδοσκόπησιν τῆς 31ης Ἰουλίου. Οὐσιαστικῶς ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν οὐδετερότητά της, ἐκ τῆς ὁποίας ἐφαίνοντο εὐχαριστημέναι καὶ ἡ Ἀντάντ καὶ οἱ Κεντρικοί. Ἀφ' ἑτέρου δὲν ὑπῆρχαν ἀνταλλάγματα, ἡ δὲ εὔνοια τῶν ὅπλων ἀνῆκε μᾶλλον εἰς τὴν Γερμανίαν.
Τὰς ἐπιφυλάξεις ταύτας ὁ Στρέϊτ διετύπωσεν εἰς διεξοδικὸν ὑπόμνημα πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν πρωθυπουργόν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν τὰς καθίστα ζήτημα ἀμέσου ἀποχωρήσεως, ἀφοῦ δὲν ἦτο βεβαία ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἑλληνικῶν προσφορῶν καὶ συνεπῶς ἡ μετάβασις εἰς τὴν δρᾶσιν.
Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐζήτει νὰ ἀρέσῃ εἰς τὰς Δυνάμεις, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ κράτους καὶ τοῦ ἔθνους. Οὔτε ἐθεώρει προσβλητικὴν τὴν σιωπὴν τῆς Ἀντάντ, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τόσον κολοσσιαίου ζητήματος. Ἡ Τουρκία ἠδύνατο νὰ πραξικοπήσῃ εἴτε εἰς τὸ Αἰγαῖον εἴτε κατὰ τῆς Μακεδονίας. Αἱ σχετικαὶ ὑποσχέσεις τῆς Γερμανίας ἦσαν τελείως ἀόριστοι. Ἐνόμιζεν ἄλλωστε ἐγκληματικὸν νὰ ἀφεθῇ ἀρρύθμιστος ἡ τύχη τῶν νήσων. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε χρέος νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν συμμετοχήν της εἰς τὴν συμμαχίαν τῆς Συνεννοήσεως. Ἡ πολιτική του, ἥτις ἐφαίνετο τολμηρά, ἦτο στοιχειωδῶς ἐπιβεβλημένη. Οὐδὲν ἄλλο μέσον πλὴν αὐτῆς ὑπῆρχε διὰ νὰ συντηρήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὰ κεκτημένα καὶ νὰ ἐπιτύχῃ, ἐν περιπτώσει νίκης, τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ δουλεύοντος ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἶχε καταδικασθῆ ὑπὸ τῶν Τούρκων εἰς ἀφανισμόν.
Τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἐνέκρινε μετὰ θερμότητος τὰς γνώμας τοῦ προέδρου του. Ὁ Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης προσέθεσεν ὅτι, ἂν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἦτο ἐξ ὁλοκλήρου ἀναγκαῖος εἰς τὸ βαλκανικὸν μέτωπον, ἠδύνατο μέρος αὐτοῦ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν Ἄγγλων πρὸς ἄμυναν τῆς διώρυγος τοῦ Σουὲς ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ὁ Γεώργιος Στρέϊτ διετήρησε τὰς ἐπιφυλάξεις του.
Τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα ὑπέβαλεν ὁ Βενιζέλος εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Βασιλεὺς παρετήρησεν ὅτι, πρὸς τὸ παρόν, ὁ γεμανικὸς στρατὸς ἐπλεονέκτει. Ἐπομένως ἡ Ἑλλὰς διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ ἡττηθῇ