ἀστῶν. Αἱ στατιστικαὶ εἶναι ἀναμφισβήτητοι: Ἀντιθέτως πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων, οἱ ἀγρόται κατεψήφισαν σύσσωμοι σχεδὸν τὴν ἀστικὴν κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων. Ἡ γεωργικὴ πλειοψηφία τοῦ τόπου ἐπέστρεφεν εἰς τοὺς παλαιούς της κυρίους τῆς ὀλιγαρχίας.
Ἡ ἀπότομος εἰσροὴ 1 ½ ἑκατομμυρίου ὁμογενῶν προσφύγων μετὰ τὸ 1912 ἤλλαξε τὴν διαμόρφωσιν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας. Αἱ ζυμώσεις γίνονται ραγδαίαι. Ἡ ἐποχὴ λαμβάνει ὄψιν μεταβατικήν. Οἱ νέοι ὅμως Ἕλληνες πολῖται ἀκολουθοῦν προφανῶς τοὺς ἀστοὺς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι τοὺς παρέχουν ἐγγυήσεις ἐλευθέρας ἀναπτύξεως καὶ ἐπειδὴ οἱ ἀστοὶ ἔδειξαν ὅτι ἐφαρμόζουν ἐθνικὴν πολιτικήν, πρακτικωτέραν καὶ ἐπιτυχεστέραν ἀπὸ τὴν ὀλιγαρχίαν.
Ἀνεξαρτήτως πιθανῶν ἀκόμη κυμάνσεων, μένει δεδομένον ὅτι ἀπὸ τὸ 1910 καὶ ἔπειτα οἱ ἀστοὶ ἐτοποθέτησαν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ βάσεων, λαϊκῶς εὐρυτέρων, οἰκονομικῶς ὑγιεστέρων, ἐθνικῶς στερεωτέρων καὶ διὰ τοῦτο ἐν συνόλῳ διαρκεστέρων.
Εἰς τὴν αὐγὴν τοῦ 19ου αἰῶνος, ἄσημοι ἀστοί, ὁ Ρήγας, ὁ Σκουφᾶς, ὁ Τσακάλωφ, ὁ Ξάνθος, ἐσήκωσαν τὰ θεμέλια τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους. Μὲ τὴν ἀνατολὴν τοῦ Εἰκοστοῦ, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821 λαμβάνει ὄψιν συγχρόνου ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐπὶ κεφαλῆς του προχωροῦν οἱ ἔγγονοι τῶν φιλικῶν, οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες ἀστοί [1].
- ↑ Ὁ ἐπιφανέστερος νεοέλλην κοινωνιολόγος Γ. Σκληρὸς νομίζει ὅτι οἱ ἀστοὶ μετεῖχαν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κοινοβολίου («Τὸ κοινωνικό μας ζήτημα», κλπ.). Ὁ Α. Σβῶλος σημειώνει ἀκατάσχετον ἄνοδον τῆς ἀστικῆς τάξεως καὶ δημιουργίαν ἐργατικῶν μαζῶν» μετὰ τὸ 1910. («Τὸ νέον σύνταγμα» σελ. 381). Αἱ θεωρίαι τῶν Ι. Κορδάτου καὶ Δ. Γληνοῦ ἀποκρίνονται εἰς ὡρισμένον δόγμα κοινωνιολογικόν, (Νεοελληνικὴ Πολιτικὴ ἱστορία», περιοδικὸν «Ἀναγέννησις» κ. ἄ.). Τ. Ν. Πιπινέλλη: «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως».
Εἰς σειρὰν ἄρθρων τοῦ γράφοντος, «Ἐλεύθερον Βῆμα», 25 Αὐγούστου–15 Σεπτεμβρίου 1928, ἀνεπτύχθη ὅτι ἡ ἄκαμπτος συστηματικότης τῶν θεωριῶν δὲν ἑρμηνεύει τὰ ἱστορικά φαινόμενα. Ἐπὶ παραδείγματι ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1918, ἡ Γερμανία ἐνεφάνιζε τὴν αὐτὴν περίπου οἰκονομικὴν ὄψιν πρὸς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην. Ἐν τούτοις ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων, οἱ Γερμανοὶ ἀστοὶ ἔμεναν ἐκτὸς τῆς καθ’ αὐτὸ πολιτικῆς ἐξουσίας.
Πλὴν τῶν κλασικῶν, ἑλληνικῶν καὶ ξένων ἔργων, τὰ ὁποία κλείουν οἱ Π. Καρολίδης, Ε. Κυριακίδης καὶ ἄλλοι, ὁ γράφων κατατάσσει εἰς τὰς πηγὰς τῆς περιόδου 1910–1920 τὰς λαογραφικὰς ἐργασίας τοῦ Ν. Γ. Πολίτη, τὰς μελέτας τοῦ Ι. Βλαχογιάννη, ὡρισμένα σημεῖα τῆς ποιήσεως τοῦ Κ. Παλαμᾶ, ἐπίσης δὲ τὸ νεοελληνικὸν μυθιστόρημα καὶ διήγημα τῶν Α. Παπαδιαμάντη, Α. Καρκαβίτσα, Κ. Θεοτόκη, Ι. Ψυχάρη, Κ. Χατζοπούλου, Ι. Κονδυλάκη καὶ ἄλλων μεταγενεστέρων.
Ἄλλαι πηγαί: «Ἱστορικὰ τῆς ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας» ὑπὸ Μ. Οικονόμου, συγγράμματα τῶν Ε. Πιττάρ, Ἀνσέλ, Ν. Γιώργα, Χ. Εὐελπίδη κλπ. Μελέται ἢ μονογραφίαι: Α. Εὐταξία, Ε. Λυκούδη, Α. Ἀνδρεάδη, Ξ. Ζολώτα. Τ. Χαριτάκη, Ι. Μάλλωση, εἰσηγητικὴ ἔκθεσις Π. Πρωτοπαπαδάκη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μεταναστεύσεως, 1906, κλπ.