Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/270

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
226
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

Ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἀντελήφθησαν τὰς ἐπικλήσεις τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας ὡς ὑπόθεσιν τοῦ στέμματος. Ἀπέκρυψαν ἀπὸ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τὰ σημαντικώτερα ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων. Ὁ Ε. Βενιζέλος, ἀναφερόμενος εἰς τὰ γεγονότα τῆς περιόδου αὐτῆς, εἶπε:

«Εἶχα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ Στρέϊτ μοῦ ἐκρύπτετο».

Ὁ Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης τὸν κατηγόρησε δημοσίᾳ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τῶν Πατρῶν κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1916, βεβαιώσας ὅτι «ὁ Γ. Στρέϊτ ἠπάτα τοὺς συναδέλφους του εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον».

Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ Κωνσταντῖνος, καὶ ἀπὸ προσωπικῆς γνώμης καὶ ἀκούων τὰς εἰσηγήσεις τοῦ Γ. Στρέϊτ, ἀπήντησεν εἰς τὰ πρώτα τηλεγραφήματα τοῦ Γουλιέλμου ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ τηρήσῃ οὐδετερότητα, διότι ἄλλως ἐξετίθετο εἰς βέβαιον κίνδυνον καταστροφῆς ἀπὸ μέρους τῶν στόλων Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Τότε ἠρωτήθη ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος, ὅστις συνέστησε νὰ δηλωθῇ εἰς τὸν αὐτοκράτορα ὅτι «ἡ Ἑλλὰς θὰ παραμείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδετέρα». Ἀλλ’ ὅταν ὁ Γουλιέλμος ἀπηύθυνε τὸ πολύκροτον μέσῳ τοῦ Ν. Θεοτόκη τηλεγράφημα τῆς 22 Ἰουλίου/4 Αὐγούστου, ὁ Κωνσταντῖνος ἔστειλεν ἀπόκρισιν ἀρχίζουσαν οὕτω:

«Ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ Αὐτοκράτωρ γνωρίζει ότι αἱ προσωπικαί μου συμπάθειαι καὶ αἱ πολιτικαί μου γνῶμαι μὲ φέρουν πρὸς τὸ μέρος του».

Καὶ περαιτέρω:

«Ἔχω κατ’ ἀνάγκην τὴν γνώμην ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται ἡ οὐδετερότης, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν αὐτοκράτορα, μετὰ τῆς διαβεβαιώσεως ὅτι δὲν θὰ θίξω τοὺς φίλους του ἐκ τῶν γειτόνων μου, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτοὶ δὲν θὰ ἔθιγον τὰ τοπικὰ βαλκανικὰ συμφέροντα ἡμῶν. (Ὑπογραφὴ) Κωνσταντῖνος Β

Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπετέλεσε τὴν ἀφετηρίαν καὶ τὴν βάσιν τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς τοῦ βασιλέως κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν πόλεμον. Συνετάχθη παρὰ τοῦ Γ. Στρέϊτ καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Κωνσταντίνου, ἐν ἀγνοίᾳ ὁλοκλήρου τῆς ἄλλης κυβερνήσεως. Ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως, ὁ βασιλεὺς ἐξέφραζε προσωπικὰ καὶ πολιτικὰ αἰσθήματα ξένα ἀπὸ τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Προσδιώριζεν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατάστασιν «διαρκοὺς οὐδετερότητος», ἐνῷ ἀντίθετος ἀπόφασις εἶχε ληφθῆ παρὰ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου προεδρεύοντος αὐτοῦ τούτου τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Γ. Στρέϊτ, ἀντιλαμβανόμενος ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ διαπραχθὲν λάθος, εἶπεν:

«Εἰσηγήθην πρὸς τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τοῦ ἀπευθυνομένου εἰς τὸν Γουλιέλμον τὴν φράσιν περὶ τῶν πολιτικών του ἰδεῶν. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπέμεινε καὶ τὴν ἀφῆκε, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ ἐκολακεύετο εὐκόλως».

Ἡ ἐξήγησις εἶνε ἀστήρικτος. Ἂν ὁ Κωνσταντῖνος ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ φανῇ εὐχάριστος πρὸς τὸν Γουλιέλμον, ἠδύνατο ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἀτομικῆς του φιλίας, χωρὶς νὰ ἀναμίξῃ τὴν πολιτικὴν, ἥτις δὲν