ὁποίαν τοῦ ἔστειλε, μέσῳ τοῦ πρεσβευτοῦ Ν. Θεοτόκη κατέληγεν οὕτω:
«Τέλος ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος μοῦ εἶπεν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον μᾶς ζητεῖ σήμερον, ἤτοι νὰ ἐκστρατεύσωμεν κατὰ τῶν Σλαύων, εἶναι νὰ ἐκτελέσωμεν πᾶν ὅτι ἡ ὑμετέρα μεγαλειότης (ὁ Κωνσταντῖνος) καὶ αὐτὸς (ὁ Κάϊζερ) συνεζητήσατε ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως καταπολεμηθῇ ὁ σλαυισμὸς εἰς τὴν Ἀνατολήν».
Ὁ Γουλιέλμος δὲν ἐπεδίωξε νὰ παρασύρῃ τὸν βασιλέα τῶν Ἑλλήνων εὐθὺς ἀμέσως εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ρωσσίας. Ὅταν ἡ Αὐστρία ἐπετέθη κατὰ τῆς Σερβίας, ἀπῄτησεν ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνον νὰ μὴ ἐνοχλήσῃ τὴν Τουρκίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὁξεῖαν διαφορὰν ἕνεκα τῶν νήσων καὶ τῶν ἀνθελληνικῶν διωγμῶν. Ἡ ἀξίωσίς του περιείχε τὰ ἑξῆς ἀληθῶς καταπληκτικά:
«Ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος δὲν θὰ ὤφειλε ἕνεκα μικροῦ προσωπικοῦ του ζητήματος—(ἔτσι ἐχαρακτήριζεν ὁ Κάϊζερ τὴν Χῖον–Μυτιλήνην καὶ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ ὑποδούλου ἑλληνισμοῦ)—νὰ προσβάλῃ διὰ τῶν ὅπλων τὴν Τουρκίαν, φίλην τῆς Τριπλής Συμμαχίας καὶ πολύτιμον σύμμαχον τοῦ αὐτοκράτορος, καθ᾿ ἣν μάλιστα στιγμὴν ἡ Τουρκία θὰ ἤθελε νὰ τεθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Αὐστρίας ἐναντίον τῶν Σλαύων. Τοὐναντίον ὤφειλεν ὁ Κωνσταντῖνος νὰ ταχθῇ ἐπίσης μὲ τὴν Αὐστρίαν».
Πέντε ἡμέρας ἔπειτα νέα ἔκκλησις ὅπως μὴ συντρέξῃ ὁ Κωνσταντῖνος τοὺς «Σέρβους δολοφόνους». Τὸ τέλος περιέκλειε καὶ ἀπειλάς:
«Ἐάν, παρὰ τὰς προσδοκίας μου (τοῦ Γουλιέλμου), ἤθελε ταχθῆ (ὁ Κωνσταντῖνος) μὲ τοὺς ἀντιθέτους, τότε ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένη εἰς ταὐτόχρονον ἐπίθεσιν τῆς Ἰταλίας, τῆς Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας, αἱ δὲ προσωπικοί μας σχέσεις θὰ ψυχρανθοῦν διὰ παντός».
Τὴν 22αν Ἰουλίου/4 Αὐγούστου 1914, ἡ Γερμανία ἦτο ἐμπόλεμος μὲ τὴν Ρωσσίαν, τὴν Γαλλίαν καὶ τὸ Βέλγιον. Ἡ ἀγγλικὴ ἐπέμβασις ἀπεῖχεν ὀλίγας μόνον ὥρας. Ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Ρουμανία ἐγκατέλειψαν τοὺς κεντρικούς. Ἡ Γερμανία περιστοιχίζετο ὑπὸ ἐχθρῶν. Ἔπρεπε νὰ μείνῃ τοὐλάχιστον ἀπερίσπαστος ἀπὸ τὰ Βαλκάνια. Ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος ἐκάλεσεν ἐπειγόντως τὸν Ν. Θεοτόκην εἰς τὰ ἀνάκτορα τοῦ Πότσδαμ. Τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλεν εἰς αὐτὸν τὴν Καβάλλαν καὶ ὁ Κωνσταντῖνος τὸν τίτλον τοῦ στρατάρχου. Τοῦ ὁμίλησε περὶ τῆς Ἑλλάδος ως φυσικῆς συμμάχου τοῦ γερμανισμοῦ καὶ ἐν τέλει εἶπεν ὅτι παρεκάλει τὸν βασιλέα τῶν Ἑλλήνων νὰ «εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὴν κινητοποίησιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, νὰ ταχθῇ ὁ Κωνσταντῖνος παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ αὐτοκράτορος καὶ νὰ βαδίσουν μὲ τὰς χεῖρας ἡνωμένας ἐναντίον τοῦ σλαυισμοῦ, κοινοῦ ἐχθροῦ» [1].
- ↑ Ἡ τετράτομος συλλογὴ των γερμανικῶν ἀρχείων ὑπὸ Καούτσκι, ἰδίως τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 356, 364, 504, 702 ἔγγραφα. Τηλεγράφημα πρεσβευτοῦ Γερμανίας εἰς Ἀθήνας Κουὰτ διαβιβασθὲν μέσῳ ἑλληνικοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἀριθμὸς 33142. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 25113 τηλεγράφημα τοῦ Ἕλληνος πρεσβευτοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ 35ος τόμος τῶν ἀρχείων τοῦ γερμανικοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1640 τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ Βερολίνου Ν. Θεοτόκη πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον. Αἱ δύο ἑλληνικαὶ διπλωματικοί βίβλοι, 1917 και 1921.