σερβικῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν παρουσίαζεν ὡς ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς δολοφονίας τοῦ διαδοχικοῦ ζεύγους. Αἱ ψευδολογίαι ἐκεῖναι ἀνεκαλύφθησαν βραδύτερον. Πρὸς τὸ παρὸν ἡ Σερβία ἐβαρύνετο μὲ τρομερὰς κατηγορίας. Ἡ ἄποψις αὐτὴ καὶ ἡ ἀκαθόριστος ἀκόμη στάσις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως ἔκαμαν τὸν Βενιζέλον νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Στρέϊτ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπιφυλακτικῶς εἰς ἐνδεχόμενον σερβικὸν διάβημα.
Εἰς τὸ Μόναχον ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου, παρακαλοῦντος τὸν πρωθυπουργὸν νὰ μεταβῇ εἰς Βρυξέλλας διότι:
«Ἡ συνάντησις μὲ τὸν μέγαν Βεζύρην εἶναι ὑψίστης σημασίας καὶ δὲν πρέπει νὰ ματαιωθῇ».
Ὁ Βενιζέλος δὲν ἐπροχώρησεν, ἀναμένων τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως. Συμπληρώνων τὰς ὁδηγίας του πρὸς τὸν Στρέϊτ, διὰ τὴν περίπτωσιν ἀναμίξεως τῆς Βουλγαρίας, τὸν παρεκάλει νὰ δηλώσῃ ὅτι:
«Εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ μὴ μείνωμεν μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας».
Ἡ πρόβλεψις ἦτο ὀρθή. Ὁ ἐν Ἀθήναις ἐπιτετραμμένος τῆς Γερμανίας Μπάσεβιτς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Στρέϊτ ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἔπωφελεῖτο τῆς περιπλοκῆς καὶ ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἔμενεν ἀδιάφορος.
«Εἶναι ἑπομένως ἐπιθυμητόν, ἔλεγεν ὁ Γερμανός πρέσβυς, ὅπως ἡ Ἑλλὰς ἀπομακρυνθῇ ἐγκαίρως ἐκ τῆς Σερβίας».
Συγχρόνως ὁ Σέρβος πρωθυπουργὸς Πάσιτς ἠρώτα, διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ Ἀλεξανδροπούλου, τὸν Βενιζέλον ποία θὰ εἶναι ἡ στάσις τῆς Ἑλλάδος.
Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπήντησεν εἰς τὸν Πάσιτς ὅτι ἤλπιζεν ἀκόμη τὴν ἀποσόβησιν τοῦ πολέμου μὲ τὴν Αὐτρίαν. Διὰ τὴν περίπτωσιν ὅμως βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Σερβίας, ἐδήλωσε:
«Εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ προτείνω πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀντιτάξωμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, ἀπαλλάσσοντες οὕτω τὴν Σερβίαν πάσης φροντίδος ἀπὸ τοῦ βουλγαρικοῦ κινδύνου καὶ ἐξασφαλίζοντες τὴν τήρησιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου».
Ἐτηλεφώνησεν ἐξ ἄλλου εἰς τὸν Ἕλληνα πρεσβευτὴν Βερολίνου Ν. Θεοτόκην νὰ κάμῃ τὴν αὐτὴν ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν γερμανικὴν κυβέρνησιν.
Ἡ Σερβία εἶχεν ὑποχωρήσει εἰς τὰς αὐστριακὰς ἀξιώσεις. Ἡ ἀπάντησίς της πρὸς τὸ αὐστριακὸν τελεσίγραφον ἦτο τόσον ἱκανοποιητική, ὥστε ὁ αὐτοκράτωρ Γουλιέλμος εἶπε:
«Περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἐπεριμέναμεν. Κάθε ἀφορμὴ πολέμου ἐκλείπει».
Ἐν τούτοις ἡ αὐστριακὴ κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι ἡ Σερβία δὲν ὑπετάχθη ἀσυζητητεί. Κατὰ συνέπειαν ὁ πρεσβευτὴς Κὶσλ ἐγκατέλειψεν ἀμέσως τὸ Βελιγράδι καὶ τὰ αὐστριακὰ πολεμικὰ ἔστρεφαν κατὰ τῆς πόλεως τὰ πυροβόλα των.
Ἐνῷ τὸ Μόναχον ἔφρισσεν εἰς τὴν προσέγγισιν τοῦ πολέμου, ὁ Βενιζέλος ἐμελέτα μὲ τὸν Πολίτην τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς ἄνευ