ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἀσυγχρόνιστοι καὶ ἀνίκανοι, ἐνῷ οἱ ἐξουσιαζόμενοι ἀνεπτύσσοντο οἰκονομικῶς, ἠθικῶς, πνευματικῶς.
Ἡ ἐνηλικίωσις τῶν ἀστῶν ἔγινε βραδέως.
Μέχρι τοῦ 1890, ἡ Ἑλλὰς ἠρίθμει, ὡς ἀστικά κέντρα, τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ, τὴν Σῦρον, τὰς Πάτρας, τὸν Βόλον καὶ μερικὰς ἄλλας ἐπαρχιακὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐν τούτοις ἡ κοινωνικὴ κατάστασις τῶν κατοίκων δὲν ἦτο σαφής. Τὴν ὀγκώδη μάζαν τοῦ πληθυσμοῦ ἀπετέλουν οἱ γεωργοί. Πλὴν τῆς Θεσσαλίας, ἦσαν παντοῦ σχεδὸν μικροϊδιοκτῆται. Εἶχεν ἐπομένως ὁ Ἕλλην ἀγρότης σχετικὴν οἰκονομικὴν αὐτοτέλειαν, ἀλλ’ ὄχι καὶ πολιτικὴν τοιαύτην. Ἡ ἄρχουσα τάξις ἐζήτει νὰ τὸν κρατῇ εἰς τὸ σκότος. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευσις εἰσήχθη τὸ 1895. Ἕως τότε, ὁ χωρικὸς ἔμενεν ἀμόρφωτος, ἠγνόει τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἠκολούθει τὴν παράδοσιν, μέχρι τῶν προλήψεών της, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ κληρονομικὴ προσκόλλησις εἰς τοὺς ἀπογόνους τῶν ἀρχηγῶν τοῦ 1821.
Ἡ ὀλιγαρχία έχρησιμοποίει ἐπιτηδείως τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀγροτῶν διὰ νὰ ἐξουδετερώνῃ τὴν ἀστικὴν μειονοψηφίαν. Ὡς ἐκ τούτου, εἶχε μὲν ἡ Ἑλλὰς σύνταγμα μετὰ τὸ 1843, ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα κατόπιν τοῦ 1863 καὶ πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν ἀπὸ τοῦ Τρικούπη, πραγματικῶς ὅμως ἡ ἐξουσία ἦτο προνόμιον τῆς ὀλιγαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν προσετέθησαν εὐάριθμοι πλουτοκράται. Ἀπὸ αὐτὴν προήρχοντο οἱ διοικοῦντες τὴν πολιτείαν, αὐτὴ κατεῖχε τὰ μεγάλα στρατιωτικὰ καὶ διπλωματικὰ ἀξιώματα, ἡ ἰδία διηύθυνε τὴν Βουλήν. Σπανιώτατα οἱ πρωθυπουργοὶ ἦσαν ἀστοί, οὐδέποτε ἀγρόται.
Το μέτρον τῆς ὀλιγαρχικῆς αὐθαιρεσίας τὸ παρέχει ἡ φορολογικὴ κατανομή. Οἱ ἄμεσοι φόροι ἐβάρυναν τοὺς ἀγρότας καὶ ἀστούς, κατ᾿ ἀναλογίαν 10 μέχρι 40 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι κατέβαλλαν μόνον 5%. Ἡ ὀλιγαρχία τίποτε. Οἱ ἔμμεσοι φόροι ἐπληρώνοντο ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἀπὸ 30 μέχρι 1400! τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Ὁ Δημήτριος Γούναρης, ὑποψήφιος βουλευτῆς Πατρῶν, πόλεως μὲ ἰσχυρὸν ἀστικὸν πυρήνα, ἔλεγε τὰ ἑξῆς:
«Κυβερνᾷ ἡ ὀλιγαρχία. Διαιρεῖ τὴν κοινωνίαν εἰς δύο τάξεις: Τὴν προνομιούχον ὀλιγαρχίαν, τὴν νεμομένην τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου, καὶ τοὺς στερουμένους τὴν γενναιοτέραν μερίδα ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας των ἵνα πληρώσουν τὸ ὑπ’ ἐκείνης κενούμενον διάτρητον κεντρικὸν ταμεῖον».
Ἡ ὑποτέλεια παρατείνεται ἕως τὸ 1890. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ γενικὴ πολιτικὴ τοῦ Τρικούπη, ἡ ἀνάπτυξις τῶν συγκοινωνιῶν, τὰ δημόσια ἔργα ὁ ὀρθόδοξος κοινοβουλευτισμός, ὤθησαν ἰσχυρῶς τὸν σχηματισμὸν ἀστικῆς τάξεως. Ἡ προστατευτικὴ φορολογία ἐπολλαπλασίασε τὰς βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας.
Πρόκειται περὶ τῆς συστηματικωτέρας ἕως τότε προσπαθείας διὰ τὴν σύνταξιν ἀστικοῦ κράτους.
Ο «ἐλεύθερος Ἕλλην ἀστός» ἔρχεται εἰς τὴν κοινωνικὴν ἐπιφάνειαν