Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/245

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
209

θυπουργὸν ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἐπίσημος, διότι τοιαύτην θὰ ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ ἐκ μέρους τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως μόνον ὁ σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ὅτι εἰς αὐτὸν δὲν ἠμποροῦσαν νὰ θίξουν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἦτο πρόεδρος τῆς πρεσβευτικῆς διασκέψεως, ἐπεφυλάσσοντο δὲ νὰ τὸ πράξουν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνδιασκέψεως, ἐὰν ὁ Βενιζέλος ἀπεδέχετο τὸ σχέδιον.

Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησεν ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχεται ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ συμφωνία θὰ διετυπώνετο οὕτως ὥστε ἡ ἐνδεχομένη χρησιμοποίησις τοῦ λιμένος τοῦ Ἀργοστολίου νὰ μὴ ἀποτελῇ παραβίασιν τῆς ἑλληνικῆς οὐδετερότητος. Εἰς τοῦτο συνεφώνησαν οἱ Ἄγγλοι. Ὁ πρωθυπουργός, ἐπανελθὼν εἰς τὰς Ἀθήνας ἐγνωστοποίησε τὰ διαμειφθέντα πρὸς τὸν βασιλέα Γεώργιον. Βραδύτερον κατέστησεν ἐνήμερον τὸν ἀνελθόντα εἰς τὸν θρόνον Κωνσταντῖνον. Οὐδεὶς ἐκ τῶν δύο ἔφερεν ἀντίρρησιν.

Παρελθούσης τῆς βαλκανικῆς κρίσεως, δὲν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὅταν, κατὰ Ἰανουάριον 1914, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐπεσκέφθη τὰς εὐρωπαϊκὰς πρωτευούσας διὰ τὸ ζήτημα τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ἐπεζήτησε θετικωτέραν προσέγγισιν μὲ τὴν Μεγάλην Βρεττανίαν. Τὴν ἐθεώρει ὡς «τὴν ἰσχυροτέραν τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὡς ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην θὰ ἐβοήθει τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἑλληνικῶν βλέψεων». Πρὶν ἀναχωρήσῃ ἐξ Ἀθηνῶν ἀνέπτυξε τὰς γνώμας του εἰς τὸν Κωνσταντῖνον, ὅστις συνεφώνησε μὲ τὸν πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐξουσιοδότησε νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο πρὸς τὸν σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ.

Εἰς Λονδῖνον ὁ πρόεδρος Βενιζέλος ἐξέθεσε πρὸς τὸν Ἄγγλον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεττανία εἶχε συμφέρον νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν πολιτικήν της εἰς τὴν ἀνατολικὴν Μεσόγειον. Ἐπρότεινε ταυτοχρόνως τὴν ἐνέργειαν ναυτικῆς ἐπιδείξεως ἐναντίον τῆς Τουρκίας, ὅπως ἐξαναγκασθῇ αὕτη νὰ δεχθῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων διὰ τὰς νήσους.

Εἰς ταῦτα ἀνεφέρετο ἀργότερον ὁ Λόϋδ Τζώρτζ, γράφων πρὸς τὸν Βενιζέλον διὰ τοῦ Τζων Σταυρίδη:

«Ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ μοῦ ὑπέμνησε τὴν συνομιλίαν σας (τοῦ Ε. Βενιζέλου) μετ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ Τσῶρτσιλ διὰ τὴν συνεννόησιν μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ὅτε, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν σας συνάντησιν, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1914 ὑμεῖς (ὁ Ε. Βενιζέλος) τοὺς ὠθεῖτε νὰ ἐπισπεύσουν τὰ πράγματα καὶ νὰ φθάσουν εἰς συμφωνίαν».

Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν, ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἐζήτει τὴν ὑποστήριξιν τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως καὶ ἔλεγε πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς δημοκρατίας Πουανκαρέ:

«Εἴμεθα πολὺ μικροὶ διὰ νὰ σᾶς βοηθήσωμεν. Ἐὰν ὅμως ποτὲ ἡ