Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/241

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
207

Διὰ νὰ φανῇ ἐν τούτοις σαφέστερα ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς ὀλιγαρχικῆς καὶ τῆς φιλελευθέρας ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθοῦν αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς δευτέρας.

Τὰ μεγάλα ἐθνικά ζητήματα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐξηρτήθησαν σταθερῶς ἀπὸ γεωγραφικὰς καὶ ἱστορικὰς προϋποθέσεις τοπικοῦ–βαλκανικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ πρὸς βορρᾶν εὔρυνσις τῶν συνόρων τοῦ κράτους καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπεροχῆς του εἰς τὴν θάλασσαν τοῦ Αἰγαίου ἀπετέλουν ἀμεταβλήτους βάσεις τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἀναγνωριζομένας ἐξ ἴσου ἀπὸ τὴν ὀλιγαρχίαν ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς διαδόχους αὐτῆς ἀστούς.

Παραπλεύρως ὅμως ὑπῆρχεν ἡ μέθοδος τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς γενικῆς εὐρωπαϊκῆς καταστάσεως. Ἐδῶ διέφερε ριζικῶς ἡ πρὸ τοῦ 1909 καὶ ἡ κατόπιν πολιτικὴ ἐποχή.

Ἡ πρώτη ἐφήρμοζε τὴν ἀσυγχρόνιστον τακτικὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἱστορικῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἔκαμνε συμβιβασμοὺς μὲ τὰ ἄλλα κράτη τοῦ Αἵμου σλαυϊκὰ ἢ ὄχι. Σύστημα μονώσεως, ἀδυναμίας καὶ χωρὶς ἐλπίδα ἐφαρμογῆς.

Ἀντιθέτως τὸ ἀστικὸν κράτος διὰ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Βενιζέλου ἠκολούθησε τὴν ἀρχὴν τῶν συμμαχιῶν.

Ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης καὶ αὐτὴ ἡ ὀλιγαρχικὴ Ἑλλὰς διετήρει τὴν ἐκ παραδόσεως συμπάθειαν εἰς τις προστάτιδας Δυνάμεις, μέχρις ὅτου ἐστράφη πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη.

Οἱ Ἕλληνες φιλελεύθεροι καὶ ὁ ἀρχηγός των Βενιζέλος ᾐσθάνοντο τὴν ὁμοιότητα, ἥτις συνέδεε τὴν νεαρὰν ἀστικὴν κοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς παλαιοτέρας, ἐπίσης ἀστικὰς καὶ φιλελευθέρας κοινωνίας τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας. Ἂν ἐτίθεντο κατὰ μέρος αἱ ἱστορικαὶ ἀναμνήσεις, ἀπέμεναν ὡς ἰσχυροὶ δεσμοὶ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος μὲ τὰς δύο μεγάλας δυτικὰς Δυνάμεις ἡ ὁμοιότης τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν.

Ἐὰν δὲ ἐπετρέπετο εἰκονικὴ παράστασις, θὰ ἐλέγετο ὅτι ἔναντι τῆς ηπειρωτικῆς πολιτικῆς τῆς ὀλιγαρχίας τὸ φιλελεύθερον ἀστικὸν κράτος ἀνενέωνε τὴν θαλασσίαν παράδοσιν τοῦ ἔθνους.

Ἄλλος ἐν τούτοις λόγος ἔκρινεν ἀποφασιστικῶς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς νέας Ἑλλάδος:

Ἀπὸ τοῦ 1907 καὶ ἐντεῦθεν ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ πολιτικὴ τοῦ βασιλέως τῆς Ἀγγλίας Ἐδουάρδου τοῦ Ζʹ. Ὁ ἀγγλορωσσικὸς ἀνταγωνισμὸς κατέπαυσεν. Ἔμενε πάντοτε ἡ διαμφισβήτησις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἐγκατεστάθη κυρίαρχος ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία ἐξεμεταλλεύετο ὡς ἀποικίαν τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἡ Μεγάλη Βρεττανία ἐγκατέλειπε τὸ δόγμα τῆς τουρκικῆς ἀκεραιότητος.

Ὁ Βενιζέλος δὲν ἦτο ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς διπλωμάτας, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀδρανεῖς ἐνώπιον τοιούτων ζυμώσεων. Ἀντελαμβάνετο ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κράτος οὔτε ὤφειλε οὔτε ἠδύνατο ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν καθαυτὸ πάλην