Δι’ αὐτὸ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τάξις δὲν ἐστάθη κατάλληλος νὰ ζωογονήσῃ τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν καὶ νὰ τὴν προσαρμόσῃ εἰς τὰς παρούσας τότε κοινωνικὰς συνθήκας. Δὲν ἥνωσε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν εἰς μίαν νέαν ἐθνικὴν ζωήν.
Εἰς τὴν ἄγνοιαν τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος προσέκοψεν ἡ θέλησις τοῦ Καποδίστρια ὅπως ὀργανώσῃ συγχρονισμένην Ελλάδα. Ὁ «ἀγαθὸς δεσπότης» δὲν ἠμπόρεσε νὰ δαμάσῃ τοὺς «ἀρχηγοὺς ἀγωνιστὰς» ὄπισθεν τῶν ὁποίων ἔστεκεν ἡ γεωργικὴ μᾶζα.
Ἡ ἰδία ὀλιγαρχία περιώρισε τὸν ἀπολυταρχισμόν τοῦ Ὄθωνος καὶ ἐπροστάτευσε τὴν ἐξουσίαν της μὲ τὸ σύνταγμα τοῦ Ἑξῆντα Τέσσαρα. Αὐτὴ συνεμάχησε μὲ τὴν δυναστείαν τοῦ Γεργίου καὶ ἐματαίωσε τὴν μεγαλεπήβολον ἀπόπειραν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη, ὅστις, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς μόλις συγκροτουμένης ἀστικῆς τάξεως, ἐζήτησε νὰ ἀναμορφώσῃ τὸ κράτος ἐπὶ ὀργανικῶν βάσεων.
Ἡ ἱστορικὴ ὀλιγαρχία ἐδικαιολόγει τὴν ἐξουσίαν της καὶ ἐπέβαλλε τὴν κοινωνικὴν πειθαρχίαν εἰς τὸ ἐλεύθερον βασίλειον ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἱδιαιτέρως ὅμως καὶ ἀναγκαστικῶς, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ κατώπτριζε τὸν ἐσωτερικὸν χαρακτῆρα τοῦ κράτους. Ἤντλει ὅλην της τὴν δύναμιν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν. Ἦτο ἀσυγχρόνιστος καὶ ἀμέθοδος, καθὼς ἡ ἄλλη δημοσία ζωὴ τῆς χώρας. Ἀπέβλεπε εἰς τὴν ἀνασύστασιν τάχα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας καὶ δὲν εἶχε συμμαχίας, διεθνεῖς συνδυασμοὺς ἢ στρατιωτικὰ μέσα οὔτε πρὸς φύλαξιν τοῦ Σπερχειοῦ. Ὁ πόλεμος τοῦ Ἐνενῆντα Ἑπτὰ ἦλθεν ὡς φυσικὸς καρπὸς μιᾶς περιόδου, ἀσυναρτήτου, παρηκμασμένης, ψευδοῦς. Δὲν ἀνελήφθη δὲ κἂν ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος, οὔτε κατ’ ὄνομα, πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τοῦ δούλου γένους. Τὸ βασίλειον ἠρκεῖτο εἰς ἀσήμαντον εὔρυνσιν τῶν συνόρων του, τὴν ὁποίαν ἐζητιάνευε. Γενεαὶ ὅλαι ἑλληνοπαίδων ἀνετράφησαν μὲ πατριωτισμὸν ἐπαιτείας καὶ ἔμαθαν νὰ θρηνοῦν πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχάριζαν εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Λεωνίδα:
«Τοῦ Θυάμιδος τὸν ροῦν, τὰς πηγὰς τοῦ Πηνειοῦ».
Τὸ κακόμοιρον αὐτό μεθοριακὸν ἰδεῶδες, ἡ παρῳδία τῆς μεγάλης ἰδέας, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ ὀλιγαρχία ἐνάρκωνε τὸ ἔθνος, τὸ ἔκτρωμα αὐτὸ τῶν ἑλληνικῶν ὀνείρων, ἐσύρθη οἰκτρῶς μέχρι τῆς Μελούνας, ἐκυνηγήθη ἀνηλεῶς ἕως τὸν Δομοκόν, ἐπροπορεύθη ὡς σημαία πανικοῦ τῶν φυγάδων τῆς Λαμίας, διὰ νὰ περισωθῇ, χλευαζόμενον καὶ ἀτιμασμένον, πρὸ τῶν Βοιωτικῶν Πυλῶν.
Ὁ πόλεμος τοῦ 1897 ἐφανέρωσεν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Ἡ ἐπὶ τῆς ἐξουσίας ὀλιγαρχία ἔπαυσε νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰς λαϊκὰς μάζας. Οἱ διαδεχθέντες τοὺς πολεμάρχους τοῦ Εἴκοσι Ἕνα υἱοὶ καὶ ἔγγονοί των δὲν ἀνενέωσαν τὰς ἀρετὰς τῶν πατέρων οὔτε τὰς ἀντικατέστησαν δι’ ἄλλων. Ἀπετέλουν τάξιν, ποσοτικῶς ἀσήμαντον, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀγροτῶν καὶ ἀστῶν. Δὲν ὑπερτέρουν οὔτε ποιοτικῶς πλέον τοὺς ὑποτελεῖς των. Ἔμεναν