Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/237

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
203

Ὁ Κωνσταντῖνος ἐν τοσούτῳ δὲν εἶχε οὔτε τὸν χαρακτῆρα, οὔτε τὰς ἰδέας τοῦ πατρός του. Ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἀνάρρησίν του, συνεζήτει μὲ τὸν Γερμανὸν πρέσβυν Ἀθηνῶν Κουὰτ τὴν εἴσοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν τριπλῆν συμμαχίαν Γερμανίας, Αὐστρίας, Ἰταλίας. Ἦσαν παραμοναὶ τοῦ ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐνήργει διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ Γερμανία τῆς ἐδείκνυε πραγματικὴν εὐμένειαν. Εἰς συνομιλίαν του μὲ τὸν Κουὰτ ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐξέφρασε τὰς εὐχαριστίας του, ἀλλ’ ἐξήγησεν εἰλικρινῶς:

«Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ συμμαχικῶς οὔτε εἰς τὸν ἕνα οὔτε εἰς τὸν ἄλλον εὐρωπαϊκὸν συνδυασμόν».

Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἦτο αὐτῆς τῆς γνώμης· ἐξεφράσθη πρὸς τὸν Βενιζέλον περὶ τοῦ δυνατοῦ ἑλληνογερμανικῆς συμμαχίας. Ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ ἀνέπτυξεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ ὤφειλε νὰ εἶναι προσηνατολισμένη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν. Ἐν τέλει ἔκαμε γνωστὸν εἰς τὸν βασιλέα ὅτι ἂν ἐπέμενε νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὴν Γερμανίαν, ἡ κυβέρνησις θὰ παρητεῖτο. Ἐν τούτοις ὁ Κωνσταντῖνος ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Γερμανὸν πρεσβευτὴν τὴν ἰδικήν του προσωπικὴν θέλησιν. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐκ τηλεγραφήματος τοῦ Κουὰτ πρὸς τὴν κυβέρνησίν του:

«Ἀμέσως μετὰ τὴν συνδιάλεξίν μου μὲ τὸν κ. Βενιζέλον, τὴν ὁποίαν οὗτος ἔκαμε κατ’ ἐντολὴν τοῦ βασιλέως, ἡ αὐτοῦ μεγαλειότης μὲ ἐκάλεσεν εἰς Τατόϊ.

«Ὁ βασιλεὺς θὰ ἐπεθύμει νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν Τριπλῆν Συμμαχίαν. Ἀνεγνώρισεν ὅμως ὅτι ἡ σκέψις του αὐτὴ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ μὲ τὸν Βενιζέλον, ὅστις εἶναι ἰσχυρῶς προσκεκολημένος εἰς τὴν Τριπλῆν Συνεννόησιν· ὁ Βενιζέλος ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ συμμαχήσῃ ἡ Ἑλλὰς μὲ καμμίαν εὐρωπαϊκὴν ὁμάδα. (Ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ Κουὰτ συνομιλοῦν ἐπὶ πολὺ περὶ τῶν ὅρων τῆς ἑλληνογερμανικῆς συμπράξεως καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Βενιζέλου διὰ τοῦ Γ. Θεοτόκη ἤ τοῦ Α. Ζαΐμη)».

Τὸ γεγονὸς ἦτο ἀκατανόητον. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐζήτει νὰ συμμαχήσῃ μὲ τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν. Τοῦτο ἀπετέλει μίαν ἀντίληψίν του, ἀδιάφορον ὀρθὴν ἢ ἐσφαλμένην. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου εἶχεν ὑπογράψει συνθήκην συμμαχίας μὲ τὴν Σερβίαν καὶ ἡ συνθήκη ἐκείνη περιείχε ρήτραν ἀμυντικῆς ἀλληλεγγύης ἐναντίον τῆς Αὐστρίας. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι σύμμαχος τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Σερβίας συγχρόνως;

Παρ’ ὅλην τὴν ματαίωσιν τῶν σχεδίων του, ὁ Κωνσταντῖνος εὕρισκεν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιδεικνύῃ συμπάθειαν πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἐμελέτησε τὴν ἀποπομπὴν τῆς γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καὶ τὴν μετάκλησιν Γερμανοῦ ὀργανωτοῦ. Σχετικῶς εἶπε πρὸς τὸν Κουάτ:

«Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω εἰς Ἀθήνας, ὡς στρατιωτικὸν σύμβουλον, ἄνθρωπον τοῦ εἴδους τοῦ φὸν ντὲρ Γκὸλτς ἢ τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ ἰαπωνικοῦ στρατοῦ Μεκέλ».