τήγου. Κανεὶς δὲν ἠμείφθη δι’ ἐξαιρετικὰς ὑπηρεσίας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐπειδὴ ἦσαν πολλοὶ οἱ διακριθέντες!
Γεγονὸς ὅμως πρωτοφανὲς διὰ τοὺς στρατοὺς ὅλου τοῦ κόσμου, έχαρακτηρίσθησαν «ἀριστεύσαντες ἐν πολέμῳ» καὶ ἐπροβιβάσθησαν κατ’ ἀπόλυτον προτεραιότητα, παρεκτὸς τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ Βίκτωρ Δούσμανης, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, ὁ Ξενοφῶν Στρατηγός, ὁ Κωνσταντῖνος Πάλλης καὶ ὁ ἰδιαίτερος ἰατρὸς τοῦ βασιλέως Ἀναστασόπουλος. Μόνοι οἱ ἐπιτελεῖς ἠνδραγάθησαν!
Ἔτσι ἐθεμελιώθη ἡ βασιλικὴ καὶ ἐπιτελικὴ παντοδυναμία ἐπὶ τοῦ στρατεύματος.
Ὁ διάδοχος ἤρχισε τοὺς πολέμους ὡς καθαιρεθεὶς τῆς χθὲς καὶ διαθέσιμος ἀντιστράτηγος. Ἐξῆλθε «στρατάρχης» μὲ τίτλον εἰδικῶς δι’ αὐτὸν καθιερωθέντα. Ὁ Βενιζέλος εὑρῆκε τὸν Δούσμανην ταγματάρχην ἀργοῦντα καὶ ἀπειλούμενον δι’ ἀποτάξεως ὑπὸ τοῦ στρατιωτικού συνδέσμου. Τὸν ἔκαμεν ὑποστράτηγον ἐντὸς δύο ἐτῶν καὶ τὸν κατέστησεν οὐσιαστικὸν διοικητὴν τοῦ στρατεύματος. Οἱ ἄλλοι ἐπιτελεῖς ἔγιναν ἀπὸ λοχαγοὶ συνταγματάρχαι, κατὰ παραγνώρισιν ἡρωισμῶν, θυσιῶν καὶ αὐταπαρνήσεων ἑκατοντάδων συναδέλφων των.
Πῶς ἀπεκρίθη τὸ ἐπιτελεῖον εἰς τὰς εὐνοίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι, ὅσον καὶ ἂν ἦσαν δίκαιαι, δὲν ἔπαυαν νὰ εἶναι προνομιακαὶ διακρίσεις; Ὑπέβλεψε καὶ παρεμέρισε κάθε ἀξιωματικὸν τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ἐπικίνδυνον. Δὲν ἐξωρίσθη καὶ δὲν ἐλησμονήθη μόνος ὁ γηραιὸς Σαπουντζάκης. Δὲν ἐξεβλήθη ὁ ἤπιος Δαγκλῆς. Διὰ τὸν στρατηγὸν Καλάρην, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸν υἱόν του διάτρητον ἀπὸ τουρκικὰς σφαίρας καὶ ὅστις ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ κάλλιστα ἐπιτελικὰ καθήκοντα, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἔγραψε τὰ ἑξῆς:
«Ὁ πρωθυπουργὸς (Βενιζέλος) δὲν ἔφερε καμμίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Σαπουντζάκη· ὅταν, πρὸ ἡμερῶν ἐλάβομεν δεύτερον τηλεγράφημα ἀναγγέλλον μεταβολὴν τῶν ἀποφάσεων τὴς κυβερνήσεως. Δηλαδὴ ὁ Καλλάρης ἐπρότεινε τὸν ἑαυτόν του ὡς ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου τοῦ Σαπουντζάκη ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα».
Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐμυκτήριζε τὸν Βενιζέλον καὶ τὸν ἔθετεν ἔκτοτε ἀντιμέτωπον πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὁ ἴδιος πάντοτε Μεταξᾶς:
«Μὲ τὸν Νίδερ (διευθυντὴν τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Βενιζέλου) ὡμίλησα καὶ τὸν εὗρα ὑποστηρικτὴν τῶν ἐνεργειῶν μας εἰς ὅλα. Δὲν ἀνεμίχθη ποσῶς εἰς τὰς στρατηγικὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ ὑπουργείου. Ἡ γενική μου ἐντύπωσις εἶναι ὅτι τὸ ἐδῶ σύνθημα τῶν διαφόρων σημαινόντων εἶναι ὅτι: «οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν τὸ τοῦ Διαδόχου τρόπαιον», δεδομένου μάλιστα ὅτι τὰ πολιτικὰ τρόπαια ἔσονται, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, πενιχρότατα».
Αὐτὰ ἐμηχανορραφοῦντο ἐντὸς τοῦ ἐπιτελείου, ἐνῷ διήρκει ὁ πρῶτος βαλκανικὸς πόλεμος. Ὅταν ἐτελείωσεν οὗτος, ὅταν τὸ ἐπιτελεῖον παρ’ ὀλίγον νὰ ἔφερεν εἰς ρῆξιν βασιλέα καὶ πρωθυπουργόν, κατὰ τὴν εἰρήνην τοῦ Βου-