απολυταρχικὴν οἰκογένειαν τῆς Κερκύρας. Ἕνας ἐκ τῶν προγόνων του, ὁ Αντώνιος Δούσμανης, ἀντετάχθη εἰς τοὺς ριζοσπάστας, θεωρῶν πρόωρον τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου. Τώρα ὁ ἐγγονὸς ἐπίστευεν ὅτι μόνον διὰ τοῦ «ἑνὸς» θὰ ἐδημιουργεῖτο στρατός. Ὁ ἕνας ἦτο ὁ Κωνσταντῖνος καὶ προφήτης αὐτοῦ ὁ Δούσμανης. Μὲ τὴν ἰδίαν θεωρίαν ἀντελαμβάνετο ὁλόκληρον τὴν πολιτείαν. Τὸν Βενιζέλον τὸν ἤθελεν ἐπὶ παραδείγματι ὄχι λαϊκὸν πρωθυπουργόν, ἀλλὰ εἶδος Πρώσσου καγκελλαρίου, θέτοντα τὴν ἱκανότητά του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Θρόνου. Ἰδέαι δηλαδὴ καθαρῶς ἀνατρεπτικαί, ὅταν προέρχωνται ἀπὸ ἐπιτελάρχην στρατοῦ ἐθνικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ οἶος ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνικός.
Τέλος ὁ Δούσμανης δὲν εἶχε τὴν ἀρετὴν τῆς ἄνευ συμβιβασμῶν αὐστηρότητος καὶ τῆς μεγαλοψυχίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται οἱ ἔξοχοι στρατιῶται.
Ὁ Μεταξᾶς καὶ ὁ Στρατηγὸς ἀπετέλουν τὸν πυρῆνα τοῦ ἐπιτελείου. Ἐπιστήμονες ἀξιωματικοί, μὲ ἰδιοφυΐαν ἐπαγγελματικήν, μελετηροί, ἐργατικοί, τελειοποιηθέντες λαμπρὰ εἰς τὴν ἀκαδημίαν τοῦ Βερολίνου, ἦσαν ἄριστον «ἐπιτελικὸν ζεῦγος» διὰ τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα. Ὁ Ξενοφῶν Στρατηγὸς ἀφωσιώνετο εἰς τὸ ἔργον του. Ὁ Μεταξᾶς εἶχε φιλοδοξίαν ἐξερχομένην τοῦ στρατιωτικοῦ ὁρίζοντος καὶ πολυπραγμοσύνην, τὰς ὁποίας δὲν ὑπηρέτει ἀναλόγος διανοητικὴ εὐρύτης.
Ἡ ἀσθενὴς πλευρὰ καὶ τῶν τριῶν ἦτο ἡ ἄγνοια τοῦ μαχίμου στρατεύματος. Οὐδέποτε διοίκησαν ἐν εἰρήνῃ ἢ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε καλλίτερα τὸν ἀξιωματικὸν καὶ τὸν στρατιώτην. Ὁπωσδήποτε ὁ Δούσμανης, ὁ Μεταξᾶς, ὁ Στρατηγός, ἀλληλοσυμπληρούμενοι, χρησιμοποιοῦντες τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὸ κῦρος τοῦ Βενιζέλου, ἀπήρτισαν ἐπιτελεῖον μεγάλου γοήτρου καὶ περιβαλλόμενον μὲ τὸν σεβασμὸν τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ ἐδημιούργουν μεγάλον ἐθνικὸν ὀργανισμόν, ἐὰν περιωρίζοντο εἰς τὰ αὐστηρῶς στρατιωτικά των καθήκοντα καὶ ὑπηρέτουν μόνην τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος.
Δὲν τὸ ἔκαμαν.
Τὸ ἐπιτελεῖον περιεβλήθη παρὰ τῆς κυβερνήσεως καὶ προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, μὲ δικαιοδοσίαν, τιμὰς καὶ προνόμια, τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἴσως εἶδεν ἄλλη δημοσία ὑπηρεσία τοῦ τόπου. Οἱ κυβερνῶντες τότε δὲν ἀπέβλεψαν εἰς τὰ προσωπικά. Ἠθέλησαν νὰ ἐξυψώσουν τὸν θεσμόν, φρονοῦντες ὀρθῶς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ σπουδαιοτάτου μέσου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προθέσεώς των ἐκείνης ἔφθασαν μέχρις ἀδικίας ἄλλων ὀργάνων τῆς πολιτείας. Κατὰ τοὺς δύο πολέμους, πλὴν τῶν θυσιῶν τοῦ στρατευθέντος λαοῦ, ἠγωνίσθησαν ἓξ χιλιάδες ἀξιωματικοὶ καὶ ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης χίλιοι. Εἰς πολυαρίθμους αἱματηρὰς μάχας ἀνεδείχθησαν ἐκ τούτων ἀληθινοὶ ἥρωες. Οὐδὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐκρίθη, νεκρὸς ἢ ζῶν, ἀνδραγαθήσας ὑπὸ τοῦ ἀρχιστρα-