πρῶτος ὑπηρέτης τοῦ λαοῦ». Προσωποποιεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ κράτους, ἐνσαρκώνει τὴν ἰδέαν τῆς τάξεως, εἶνε ὁ νόμος.
Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἐτελειοποίει τὰς στρατιωτικὰς καὶ πολιτικὰς σπουδάς του εἰς Γερμανίαν ὁ Κωνσταντῖνος. Οἱ δύο νέοι συνεδέθησαν στενώτερον. Ἔκτοτε χρονολογεῖται ἡ ἀναλλοίωτος ἀφοσίωσις τοῦ Γεωργίου Στρέϊτ πρὸς τὸν μονάρχην.
Τὸ 1895 ὁ Χ. Τρικούπης ὠνόμαζε τὸν Γ. Στρέϊτ σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ 1900 διεδέχετο τὸν πατέρα του ὡς καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου καί δέκα ἔτη βραδύτερον, διωρίζετο πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος εἰς Βιέννην.
Κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονήν του, ὁ Γεώργιος Στρέϊτ ἐστερέωσε πρακτικῶς τὰς θεωρίας του περὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
Ἐχθρὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἦτο ὁ πανσλαυϊσμός. Μεταξὺ Γερμανῶν καὶ Σλαύων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζοντο διὰ νὰ κυριαρχήσουν ἐπὶ τοῦ Αἵμου, ἡ Αὐστρία τοῦ ἐφαίνετο προμαχών, ὅστις συνεκράτει τὰ δύο ἐκεῖνα κύματα. Δὲν ἐλησμόνει ποτὲ τοὺς λόγους τοῦ Ἄγγλου συναδέλφου του σὲρ Φέφρας Κάφρεϋ: «Ἐὰν ποτὲ ἐκλείψῃ ἡ Αὐστρία, οὐδὲν ἔθνος θὰ ζημιωθῇ περισσότερον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀπὸ τὸ ἑλληνικόν».
Ἄγγλος καὶ Ἕλλην παρεσύροντο ἀπὸ ἀκαδημαϊκὰς θεωρίας. Πράγματι ἡ Αὐστρίᾳ δὲν ἦτο ἐμπόδιον ἀλλ’ ὄργανον ἐπικρατήσεως τοῦ γερμανισμοῦ εἰς τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολήν.
Ἡ πρεσβεία τῆς Βιέννης ἐσφράγισεν ἀκόμη βαθύτερα τὸ πνεῦμα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Στρέϊτ. Δὲν ἠμπόρεσεν ὁ Ἕλλην διπλωμάτης νὰ χωνεύσῃ καλὰ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ δευτέρου βαλκανικοῦ πολέμου. Ἐγνόει τὸ κείμενον τῆς συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ Μάϊον τοῦ 1913, ἀναγγέλλων εἰς τὸν αὐτοκράτορα Φραγκίσκον Ἰωσὴφ τὴν σύναψιν τῆς ἑλληνοσερβικῆς συμμαχίας ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας καὶ γνωρίζων τὸ ἄσπονδον μίσος τῆς Αὐστρίας κατὰ τῶν Νοτιοσλαύων, ὁ Στρέϊτ ἐδήλωνε:
«Πρόκειται περὶ νομίμου ἀμύνης ἐναντίον βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως. Ἡ ἑλληνοσερβικὴ προσέγγισις εἶναι γεγονὸς τυχαῖον».
«Φραγκίσκος Ἰωσήφ: Τὸ ἐλπίζω πολύ, νομίζω δὲ ὅτι ἡ προσέγγισις αὐτὴ εἶναι μόνον τυχαία καὶ θὰ μείνῃ τοιαύτη».
Ὅταν ἔπειτα ὁ Στρέϊτ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς συνθήκης, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ὡς ἐγκύρους τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλαν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πολεμήσῃ ἐνδεχομένως καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ 1912 ὁ Γ. Στρέϊτ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν βασιλέα Γεώργιον Αʹ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ πολυμήχανος ἡγεμὼν τοῦ εἶπε:
«Θέλω νὰ ἔχω κάποιον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης μου πλησίον τοῦ Βενιζέλου».