Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως τὸ βορειοηπειρωτικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῶν νήσων διέσειαν τὴν ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἱδρυθεῖσαν τάξιν πραγμάτων.
Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ἰωαννίνων, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν ἐπροχώρησεν εἰς Αὐλῶνα, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν ἐν Ρώμῃ Ἕλληνα ἐπιτετραμένον:
«Κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν ἐπιτελείων των, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐπιτρέψουν εἰς τὴν Ἑλλάδα να καταλάβῃ τὴν ἀπέναντι τῆς Κερκύρας ηπειρωτικὴν παραλίαν. Θὰ ἐγίνεσθε κύριοι τῆς εἰσόδου τοῦ Ἀδρία, ὅστις εἶναι θάλασσα Ἰταλικὴ καὶ αὐστριακή. Ὄχι ἑλληνική».
Στρατὸς ἰταλικὸς καὶ στόλος ἀνέμεναν εἰς Τάραντα διὰ νὰ καταλάβουν τὴν Αὐλῶνα πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἑλληνικῆς προελάσεως.
Πλὴν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τοῦ Ιουνίου 1913, ἥτις ἀνεγνώριζε τὴν ἀλβανικὴν ἀνεξαρτησίαν, ὑπεγράφη εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν τὸ πρωτόκολλον τῆς 16/29 Ἰουλίου περὶ ἀποστολῆς διεθνοῦς ἐπιτροπῆς πρὸς χάραξιν ἀλβανικῶν συνόρων. Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Φλωρεντίας, τῆς 17 Δεκεμβρίου 1913, αἱ πόλεις τῆς Κορυτσᾶς, Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου, Λεσκοβικίου, Ἁγίων Σαράντα, Μοσχοπόλεως, Χειμάρρας, Πωγωνίου κατεκυρώθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος με 120.000 ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων, μὲ τρεῖς μητροπόλεις, 376 ἐκκλησίας, 360 σχολεία, 22.000 μαθητάς, ἀπεσπᾶτο ἐκ τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ ἄδικος ἐτυμηγορία συνωδεύετο ἀπὸ ἐπιτακτικὴν ἀξίωσιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ὅπως ὁ ἑλληνικός στρατὸς ἐκκενώσῃ τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Οἱ Ἕλληνες καὶ Ἠπειρῶται ἐξηγέρθησαν. Ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τῶν Γ. Χρηστάκη–Ζωγράφου, Ἀλεξάνδρου Καραπάνου, συνταγματάρχου Δούλη καὶ τῶν μητροπολιτῶν, συνεκροτήθη ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις Ἀργυροκάστρου, ἐκηρύχθη ἡ αὐτονομία τῆς Βορείου Ηπείρου καὶ ἤρχισε ἔνοπλος ἀγὼν κατὰ τῆς ἀλβανικῆς κατοχῆς. Ἡ Χειμάρρα είχε προηγηθῆ ὑπὸ τὸν ἡρωικὸν ἀρχηγὸν Σπυρομήλιον.
Ἡ θέσις τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἦτο δυσχερεστάτη. Οἱ Γ. Θεοτόκης, Δ. Ράλλης, Δ. Γούναρης, Δ. Καλλέργης τὴν ἐπέκριναν με σφοδρότητα, ἐπειδὴ διέταξε τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Ἤπειρον. Ὁ Βενιζέλος ἀπήντησε:
ρει τὴν ἀκόλουθον δήλωσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας φὸν Γιάγκωβ: «Τὰ κείμενα τῶν προσφωνήσεων (Γουλιέλμου καὶ Κωνσταντίνου) ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Βορειογερμανικὴν Ἐφημερίδα» ὑπὸ τοῦ πολιτικού γραφείου τοῦ αὐτοκράτορος μὲ τὴν ἐπισημείωσιν: «Ἐγκεκριμένα ὑπὸ τῆς αὐτοῦ αὐτοκρατορικῆς μεγαλειότητος τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῆς αὐτοῦ μεγαλειότητος τοῦ βασιλέως τῆς Ἑλλάδος». Γαλλική Κιτρίνη Βίβλος. Τηλεγραφήματα Ρωμάνου–Κορομηλᾶ ὑπ’ ἀριθμὸν 3136, 3024, 3201. Ἡ συνάντησις Κωνσταντίνου καὶ Ρωμάνου περιγράφεται ἀπὸ τὸν δεύτερον εἰς ἐπιστολήν του πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον Σισιλιάνον, ξενοδοχεῖον «Φραγκφούρτερχοφ», Σάββατον 1/14 Σεπτεμβρίου 1913. Ὁ Πουανκαρὲ εἶπεν ἐπὶ λέξει: “Il (le Roi) a énormement de bon garçonnisme„.