Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/210

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
178
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

«Ὁ Νέστος ἀποτελεῖ τὸ μέγιστον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδέχετο».

Ὁ βασιλεὺς ἀπήντησε:

«Ὡς τελευταῖον ὅριον δέχομαι τὴν γραμμὴν τοῦ Νέστου, ἐὰν εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ ἐκταθῶμεν περισσότερον».

Ἡ ἔγκρισις τοῦ στέμματος ἦτο ρητή. Στηριζόμενος ἐπ’ αὐτῆς ὁ Βενιζέλος προέβη εἰς τὴν σχεδιασθεῖσαν ἐνέργειάν του. Ἐγνωστοποίησε πρὸς τὴν διάσκεψιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς περιώριζε τὰς ἀξιώσεις της ἀπὸ τῆς Μάκρης εἰς Πόρτο-Λαγό. Οἱ Βούλγαροι ἠρνήθησαν κατηγορηματικῶς. Ἡ εἰρήνη ἐκινδύνευε τὰ ἔσχατα. Ὁ Βενιζέλος προειδοποίει τὸν Κωνσταντῖνον ὅτι ἦτο πιθανὴ ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ὁ Φερδινάνδος τῆς Βουλγαρίας ἱκέτευε ἐκ νέου τὴν γαλλικὴν βοήθειαν διὰ τὴν Καβάλλαν. Ὁ Πουανκαρέ τοῦ ἐδήλωσε:

«Ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις συμβουλεύει τὴν Βουλγαρίαν νὰ ὑποχωρήσῃ—εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας—ἀποδεχομένη τοὺς ὅρους τῶν ὁποίων ἡ Γαλλία ἀντιλαμβάνεται τὴν ὀδυνηράν αὐστηρότητα, διότι εἶναι βεβαία ὅτι περαιτέρω ἀντίστασις θὰ ὡδήγει εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν».

Τὴν 21ην Ἰουλίου, ὁ εἰς Βουκουρέστιον πρωθυπουργὸς κατέστησεν ἐνήμερον τὸν Κωνσταντῖνον περὶ τῆς καταστάσεως. Οἱ Βούλγαροι δὲν ἐδέχοντο τὴν ἑλληνικὴν παραχώρησιν τοῦ μεταξύ Πόρτο-Λαγό καὶ Μάκρης ἐδάφους. Ἡ ρήξις τῆς διασκέψεως ἦτο πιθανή. Ἡ Ρουμανία καὶ ἡ Σερβία ἐτάσσοντο μὲ τὴν Ἑλλάδα.

Αἴφνης ὁ Βενιζέλος λαμβάνει τηλεγράφημα τοῦ βασιλέως λέγοντος:

«Λυποῦμαι ὑπερβολικά, διότι τόσον ταχέως ἐφθάσατε εἰς τό μίνιμουμ τῶν ἀξιώσεών μας. Ἐὰν οἱ Βούλγαροι δὲν ὑποχωρήσουν καὶ τώρα, θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ ὑποχωρήσετε καὶ πάλιν καὶ χάνομεν τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον διεκδικούμεν».

Ὁ μονάρχης ἀπεδοκίμαζε τὸν πληρεξούσιον τῆς Ἑλλάδος. Τὸν ἐπέπληττεν ἄνευ λεπτότητος. Κάτι χειρότερον ἀκόμη: Λησμονῶν ὅτι πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἐξουσιοδότησε ρητῶς τὸν Βενιζέλον νὰ προτείνῃ τὴν γραμμὴν Πόρτο–Λαγὸ καὶ Νέστου, τὸν κατηγόρει τώρα ὡς θυσιάζοντα ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας.

Ὁ Βενιζέλος εἶχεν υποχωρήσει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακωχῆς, ἐπειδὴ τοῦ τὸ παρουσίασαν καθαρῶς στρατιωτικόν. Ἀλλ’ ἐδῶ πλέον δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς ἢ στρατηγικῆς ἁρμοδιότητος. Ἐνῷ αὐτὸς διεπραγματεύετο ἐπὶ τόπου ὑπὸ δυσχερεστάτας συνθήκας, ὁ βασιλεὺς ἐνόει νὰ διευθύνῃ τὰς διπλωματικὲς συζητήσεις ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, κατὰ τρόπον αὐθαίρετον, ἀσυνάρτητον καὶ ἀναιροῦντα σήμερον ὅσα ἐδέχετο χθὲς ὁ ἴδιος. Διὰ μακρᾶς τηλεγραφικῆς ἐκθέσεως, ὁ πρωθυπουργὸς ὑπενθύμισεν ὅλα αὐτὰ πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, τοῦ εἶπεν ἐντόνως ὅτι ἡ ἀσυνέπειά του μόνον μὲ τὰς εἰσηγήσεις τοῦ στρατιωτικοῦ του περιβάλλοντος ἠμποροῦσε νὰ ἐξηγηθῇ καὶ κατέληγεν ὑποβάλλων τὴν παραίτησίν του.