Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/203

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
173

εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν μαχόμενον λαόν. Ἐπενέβαινεν ἀναρμοδίως εἰς τὴν πολιτικὴν διεύθυνσιν τοῦ πολέμου καί, τὸ χειρότερον, ἐστηρίζετο ἐπὶ σαθρῶν στρατιωτικῶν δεδομένων.

Ὁ Βενιζέλος ἔσπευσεν εἰς τὸ Βουκουρέστι ἐνθυμούμενος ὅτι ὁ Βίσμαρκ μετὰ τὴν μάχην τῆς Σάντοβας ἔφθασε μέχρι σκέψεως αὐτοκτονίας ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ μεταπείσῃ τὸ πρωσσικὸν ἐπιτελεῖον. Ὁ Ἕλλην πολιτικὸς θὰ ἐπάλαιε διὰ τὴν κατίσχυσιν τῶν ἰδεῶν του. Δὲν ἀπηλπίζετο. Μόλις εὑρεθεὶς εἰς τὴν ρουμανικὴν πρωτεύουσαν ἀντελήφθη καὶ προσωπικῶς τὴν δυσμενῆ κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἀτμόσφαιραν, ἕνεκα τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀνακωχῆς. Ὁ πρωθυπουργὸς Μαγιορέσκο τοῦ ἐπανέλαβε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλέως Καρόλου. Ὁ Βενιζέλος ἐδικαιολόγησε τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ἐπιτελείου πρὸς συνέχισιν τῶν ἐχθροπραξιῶν, ὡς στηριζομένην εἰς τεχνικοὺς λόγους.

Δὲν ἦτο ἑπομένως μικρὰ ἡ κατάπληξίς του, ὅταν, ἐπιστρέφων εἰς τὸ ξενοδοχεῖόν του ἐλάμβανε τηλεγράφημα τοῦ Κωνσταντίνου ζητοῦντος ἆρον-ἆρον ἀνακωχήν. Ὁ Βενιζέλος δὲν ἐπίστευε τοὺς ὀφθαλμούς του. Ἐν τούτοις τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον ἦτο ἐκεῖ καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς:

«Γενικὸν στρατηγεῖον, 16 Ἰουλίου 1913. Πρωθυπουργὸν κύριον Βενιζέλον, Βουκουρέστιον. Συνεπείᾳ ἀνεξηγήτου ἀδρανείας τοῦ σερβικοῦ στρατοῦ, ἐπροκαλέσαμεν, διὰ τῆς ταχείας προελάσεώς μας, τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ ἐναντίον μας. (Ἐδῶ ἠκολούθει λεπτομερὴς περιγραφὴ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ τμήματος στρατιᾶς Δαμιανοῦ καὶ τὴν βουλγαρικὴν πίεσιν ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἑλληνικοῦ μετώπου). Ὁ στρατός μου ἔφθασεν εἰς τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς του. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς δὲν δύναμαι πλέον νὰ ἐπιμένω ἀρνούμενος ἀνακωχὴν ἢ ἐκεχειρίαν. Προσπαθήσατε νὰ εὕρετε τρόπον διακοπῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν ὑπὸ τῆς Σερβίας, (Ὑπογραφὴ) Κωνσταντῖνος Β.»

Ὁ βασιλεὺς ἀπηλπίζετο πολὺ εὐκόλως δι᾿ ἕνα στρατιώτην. Ὁ πρωθυπουργὸς τοῦ τὸ ὑπενθύμισε, πρὶν ἐνεργήσῃ τι ἐπὶ τῆς παρακλήσεώς του:

«Βουκουρέστιον, 16 Ἰουλίου 1913. Αὐτοῦ μεγαλειότητα βασιλέα Κωνσταντῖνον (διὰ Θεσσαλονίκης). Θὰ κάμω ὅ,τι δυνατὸν ὅπως ἐπιτύχω τοὐλάχιστον ἀναστολὴν ἐχθροπραξιῶν καίτοι εἶναι εὐνόητον ποίας παρουσιάζει τὸ πρᾶγμα δυσχερείας, ὅταν χθὲς ἀκόμη ἀπεκρούσαμεν ταύτην προσοφερομένην. (Ὑπογραφὴ) Βενιζέλος».

Εὐτυχῶς οἱ Βούλγαροι πληρεξούσιοι δὲν εἶχαν ἀκόμη πληροφορηθῆ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ στρατοῦ των. Ὁ Βενιζέλος ἔσπευσε πρὸς τὸν Μαγιορέσκο. Τοῦ εἶπεν ὅτι ἐσκέφθη ὡριμώτερον ἐπὶ τῆς πρὸ ὀλίγου συνδιαλέξεώς των. Ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ βασιλέως Καρόλου, δέχεται τὴν ἀνακωχὴν καὶ ἀναλαμβάνει ἀτομικῶς νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Κωνσταντίνου. Ὁ Ρουμάνος πρωθυπουργὸς οὐδὲν ὑπωπτεύθη. Διεβίβασε τὴν ἑλληνικὴν πρότασιν πρὸς τοὺς Βουλγάρους. Συνεφωνήθη οὕτω πενθήμερος ἀναστολὴ τοῦ πολέμου, τὴν ὁποίαν ὁ Βενιζέλος ἀνήγγειλεν ὡς ἀκολούθως εἰς εἰς τὸν Βασιλέα: