δεχθῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀνακωχήν. Μόνη αὐτὴ ἠρνεῖτο καὶ ὑπεχρέωνε τὴν Ρουμανίαν μετὰ τῆς Σερβίας νὰ συνεχίζουν τὰς ἐχθροπραξίας. Τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅλων ἦτο ἄλλο. Ἡ Ρουμανία δὲν ἐχωρίζετο ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν μὲ δύσκολα ζητήματα. Ὁ στρατός της ἦτο ἀνέπαφος. Θὰ ἐγίνετο ἀναγκαίως διαιτητὴς τῆς καταστάσεως. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε συμφέρον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εὔνοιάν της.
«Θὰ εἶναι δυσχερὴς ἡ θέσις μου εἰς τὸ Βουκουρέστι, μεγαλειότατε, εἶπεν ὁ πρωθυπουργός. Πρέπει νὰ διαπραγματεύωμαι εἰρήνην καὶ νὰ ἀρνοῦμαι τὴν ἀνακωχήν, τὴν ὁποίαν προσωπικῶς ἐπιθυμεῖ ὁ βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας».
Ὁ Κωνσταντῖνος δὲν συνεφώνει. Ὑπεστήριζεν ὅτι τὸ στρατιωτικὸν συμφέρον ἀπῄτει νὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος μὲ πλήρη ἦτταν τῆς Βουλγαρίας. Εἰς τὴν συζήτησιν παρευρίσκοντο οἱ Δούσμανης καὶ Μεταξᾶς.
Ὁ Βενιζέλος ἠρώτησε:
«Εἰς τί ἀποβλέπει ἡ περαιτέρω προέλασις τοῦ στρατοῦ μας; Κατέχομεν ἐδάφη περισσότερα τῶν ὅσων διεκδικούμεν. Νὰ καταλάβωμεν τὴν Σόφιαν; Δὲν τὸ εὑρίσκω σκόπιμον καὶ εὔκολον ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβληθῶμεν».
Ὁ ἀρχιστράτηγος καὶ οἱ δύο ἐπιτελεῖς ἐξήγησαν τὸ σχέδιον τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐὰν οἱ Σέρβοι ἐπετίθεντο ἀποφασιστικῶς συγχρόνως μὲ τοὺς Ἕλληνας, ὁ βουλγαρικὸς στρατὸς θὰ κατεστρέφετο ἢ θὰ ᾐχμαλωτίζετο. Ἡ Βουλγαρία ἐγίνετο ἀκίνδυνος διὰ πολὺν χρόνον.
Ὁ πρωθυπουργὸς δὲν μετεπείσθη. Ἐγνώριζεν ὅτι οἱ Σέρβοι δὲν ἐπεθύμουν ἄλλας θυσίας χωρὶς πρακτικὰ ὠφελήματα. Εἶχεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν του τὴν κόπωσιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐδέχθη ὅμως τὴν συνέχισιν τοῦ πολέμου, ἀφοῦ ὁ βασιλεὺς τὴν ἐζήτει διὰ καθαρῶς στρατιωτικοὺς λόγους.
Ἐν τούτοις ὁ ἀρχιστράτηγος καὶ τὸ ἐπιτελεῖον του ἐπλανῶντο ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν στρατιωτικῶν προϋποθέσεων τοῦ περαιτέρω ἀγῶνος. Διότι, δεκαοκτὼ μῆνας μετὰ τὴν συνομιλίαν τοῦ Χατζῆ-Μπεϋλίκ, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ὡμολόγει:
«Ἕνα μῆνα ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν τοῦ βουλγαρικοῦ πολέμου, μέραρχος—ἀληθὴς δὲ στρατιώτης—καὶ τοῦ ὁποίου ἡ μεραρχία ἦτο ἡ ὀλιγώτερον δεινοπαθήσασα εἰδοποίησε τὸν βασιλέα ὅτι:
«Καλὰ θὰ κάμῃ νὰ κλείσῃ τὸ ταχύτερον ἀνακωχήν, διότι αἱ δυνάμεις τοῦ στρατοῦ ἐξηντλήθησαν». [1]
Ὁ μέραρχος ἐκεῖνος καὶ ἔξοχος πράγματι στρατιώτης ἦτο ὁ Μανουσογιαννάκης. Ἡ παρέμβασίς του ἐμαρτύρει ὅτι τὸ ἐπιτελεῖον δὲν εὑρίσκετο
- ↑ Συνομιλία Ε. Βενιζέλου μὲ τὸν γράφοντα, Ἀθῆναι 20 Ἰουνίου 1928. Β. Δούσμανη, ἀναφερθὲν ἔργον, «Κῆρυξ» 14 Αὐγούστου 1916. Ὑπόμνημα ἀντισυνταγματάρχου τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου Ἰω. Μεταξᾶ πρὸς τὸν πρωθυπουργόν, Ἀθῆναι 20 Ἰανουαρίου 1915.