τοῦ γραφείου ἐπιχειρήσεων Μεταξᾶς τοῦ ὑπέβαλλαν τὰς γνώμας των. Ὁ Βενιζέλος τὰς ἐχαρακτήρισε κατόπιν «ἀνειλικρινεῖς». Μὲ τὸν ἀμήχανον νοῦν του, τροφοδοτούμενον ὑπὸ δικαίας ὀργῆς κατὰ τῶν Βουλγάρων, ὁ Κωνσταντῖνος κατέληξεν εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ πόλεμος ὤφειλε να τερματισθῇ διὰ πλήρους ἐκμηδενίσεως τῆς Βουλγαρίας.
Ἐφαντάζετο τὴν Βουλγαρίαν, τόπον αὐτόνομον πέντε ἑκατομμυρίων ψυχῶν, ὡς εἶδος φρουρίου τὸ ὁποῖον κυριεύεται, κατεδαφίζεται, ἰσοπεδώνεται. Ἀντίληψις καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀκόμη μεσαιωνική. Διότι οἱ σύγχρονοι πόλεμοι δὲν γίνονται ἀπὸ μισθοφόρους ἐπαγγελματίας, ὥστε ἡ ἐκμηδένισις τοῦ στρατοῦ νὰ συνεπάγεται ἀφανισμὸν τοῦ κράτους. Ἡ γενική στρατολογία, ἡ δημοκρατικὴ συνείδησις τῶν λαῶν καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ συγκοινωνίαι κάθε χώρας μεταβάλλουν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν εἰς μαχόμενον ἔθνος. Δὲν ἐξαλείφονται δὲ τὰ σημερινὰ ἔθνη ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς, καθὼς ἐνόμιζεν ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὑπεστήριζαν οἱ ἐπιτελεῖς του. Εἰδικῶς διὰ τὴν Βουλγαρίαν, οὔτε ἡ Ρωσσία, οὔτε ἡ Αὐστρία ἐπέτρεπαν τὴν μείωσίν της εἰς οἷον βαθμὸν ἐπεζήτει τοῦτο τὸ ἑλληνικὸν ἐπιτελεῖον. Τέλος ὅλαι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἐβιάζοντο νὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος, διότι ἠπείλει τὴν ἰδικήν των εἰρήνην.
Τὴν 27ην Ἰουνίου, μόλις ἔγινεν ἡ ρωσσικὴ μεσολάβησις ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ ἀρχιστρατήγου πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀπεφάνθη:
«Πρέπει νὰ ὑπαγορεύσωμεν τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης διὰ νὰ μὴ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὰς Δυνάμεις νὰ ἐπέμβουν».
Τὰς ἑπομένας ἡμέρας συνεχίζει τὴν διπλωματίαν τοῦ στρατοπέδου αὐτοβούλως. Τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Κορομηλᾶν:
«Τὸ μέγα μειονέκτημά μας σήμερον εἶναι ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ μείνωμεν ἥσυχοι ἀπὸ τὸ μέρος τῆς Βουλγαρίας εἰς διάστημα γεννεῶν. Τὸ πλεονέκτημα τοῦτο δὲν πρέπει να χαθῇ. Ὁπωσδήποτε μὴ συγκατατεθῆτε εἰς ἀνακωχὴν πρὶν μὲ συμβουλευθῆτε. «Λέγω ἄλλωστε ὅτι πρέπει νὰ ἐξοντωθῇ ἡ Βουλγαρία». (Ceterum censeo Bulgariam esse delendam).
Διαρκῶς ἔπειτα ἐπιτιμᾷ τοὺς πρέσβεις του, ἀποδοκιμάζει τὰς Δυνάμεις, πρὸ πάντων τὴν Ρωσσίαν, ἥτις «συντρέχει τοὺς Μογγόλους», ὀργίζεται διότι οἱ ὑπουργοὶ ἐπιτρέπουν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Εὐρώπης, «ἡ ὁποία θὰ μαγειρεύση τὴν εἰρήνην».
Μία ἐκ τῶν τηλεγραφικῶν του ἀποστροφῶν καταλήγει:
«Σᾶς εἶπα ὅτι σκοπεύω νὰ ὑπογράψω τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης καὶ νὰ ἐπιβάλω τοὺς ὅρους ποὺ μοῦ ἀρέσουν!!» [1]
Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ πολιτικὸς νοῦς καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς γενικῆς καταστάσεως ἔλειπαν ἀπὸ τὴν βασιλικὴν θέλησιν. Ὁ Κωνσταντῖνος μετεχειρίζετο τὴν νίκην ὡς παιδικὸν ἄθυρμα. Ἡ ἀδιαλλαξία του ὅμως ἐκοινολο-
- ↑ Τηλεγραφήματα βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Κορομηλᾶ μεταξὺ 27 Ἰουνίου καὶ 6 Ἰουλίου 1913. «Κῆρυξ», Ἀθήναι 14 Αὐγούστου 1916.