Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/192

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
162
Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1910–1920
000

Τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ πρώτου βαλκανικοῦ πολέμου ἦτο ἡ νηφαλιότης καὶ τὸ ἤρεμον θάρρος τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ὁ ἑλληνικὸς λαός. Τώρα ἐμάχετο μὲ ὀργὴν καὶ ὁρμήν. Εἶχε φερθῆ πρὸς τοὺς Βουλγάρους μὲ ἐμπιστοσύνην καὶ ἠπιότητα. Τοῦ ἀπεκρίθησαν βαναύσως. Ἐζήτησαν νὰ τὸν ἐξευτελίσουν, νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν κάθε καρπὸν ἐκ τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος, νὰ τὸν ποδοπατήσουν. Αἱ ταπεινώσεις, αἱ διώξεις, αἱ προδοσίαι διήρκεσαν πάρα πολύ. Ὁ βασιλεὺς Κωσταντῖνος ἐχαρακτήριζεν ἀκριβῶς τὸ φρόνημα τοῦ στρατευομένου λαοῦ ὅταν ἔλεγε:

«Τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταματήσῃ τοὺς Ἕλληνας στρατιώτας. Ἄναψε τὸ αἷμά των καὶ εἶνε ἀποφασισμένοι νὰ ρίψουν εἰς τὰ μοῦτρα τῶν Βουλγάρων τὰς ὕβρεις ἢ νὰ πεθάνουν».

Ὁ ἀγὼν ἤρχισε τὴν 19ην Ἰουνίου 1913 διὰ γενικῆς ἀντεπιθέσεως τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων, ὑπὸ τὴν προσωπικὴν ἀρχηγίαν τοῦ βασιλέως. Προηγουμένως ἐκαθαρίσθη ἡ Θεσσαλονίκη ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους τοῦ Χεσαψῆεφ, οἵτινες ἀντεστάθησαν καὶ συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι. Αἱ ἑλληνικαὶ μεραρχίαι ἐπροχώρησαν ραγδαίως καὶ συνεκρότησαν τὴν τριήμερον μάχην Κιλκὶς–Λαχανᾶ. Ἑπτὰ χιλιάδες Ἑλλήνων καὶ ὀκτὼ διοικηταὶ συνταγμάτων ἐτέθησαν ἐκτὸς μάχης. Τὴν 21ην Ἰουνίου, αἱ ταξιαρχίαι τοῦ Ἰβάνωφ ἀνετράπησαν καὶ ἔφυγαν. Ἐκτὸς τῶν νεκρῶν καὶ τραυματιῶν, ἐγκατέλειψαν εἰς τοὺς νικητὰς 2.000 αἰχμαλώτους με 24 πυροβόλα.

Ὁ Κωσταντῖνος ἔδωκεν εἰς τὸν νικῶντα στρατὸν τὸ σύνθημα:

«Καταδιώξατε ἀπηνῶς καὶ ἀγρίως!»

Πράγματι ἐπὶ τέσσαρας συνεχεῖς ἑβδομάδας τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα ἐβάδισαν ἐμπρὸς μὲ ἀπτόητον σθένος. Ὁ μηνιαῖος ἑλληνοβουλγαρικὸς πόλεμος δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία μόνη μάχη μὲ διαφόρους φάσεις. Οἱ Ἕλληνες συνέτριψαν παντοῦ τὴν λυσσώδη ἐχθρικὴν ἄμυνα. Προήλασαν διακόσια χιλιόμετρα. Ὑπερέβησαν ποταμούς, διέβησαν δάση, ἐπάτησαν βουνοκορυφὰς ὕψους δύο χιλιάδων μέτρων. Ἐξεκίνησαν μὲ βαρὺν θερινὸν καύσωνα καὶ ἐτερμάτισαν τὴν πορείαν των ὑπὸ βροχὰς καὶ παγετῶνας. Αἱ μάχαι τῆς Δοϊράνης, τοῦ Δεμὶρ Ἰσσάρ, τῶν Σερρῶν, τῆς Νιγρίτας, τῆς Στρώμνιτσας, ἀποτελοῦν ὁμωνύμους νίκας. Ἡ ἐκπόρθησις τῶν τρομερῶν στενῶν τῆς Κρέσνας, οἱ σκληρότατοι ἀγῶνες τοῦ Πετσόβου, τοῦ Σιμιτλῆ, τῆς Τζουμαγιᾶς, τοῦ Χασὰν πασσᾶ, τῆς Μαχωμίας, εἶναι κατορθώματα λαμπρά. Ἡ ἑλληνικὴ ἀρετὴ κατέβαλεν ἐχθρὸν ἀναμφισβητήτου ἀντοχῆς. Ὅταν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἐξώρμησεν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, μόνη ἡ πόλις καὶ στενοτάτη περιοχὴ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Μετὰ ἕνα μῆνα, οἱ Ἕλληνες πρωτοπόροι ἐστρατοπέδευαν εἰς τὰ παλαιὰ τουρκοβουλγαρικὰ σύνορα. Πρὸς ἀνατολὰς ὁλόκληρος ἡ Μακεδονία καὶ τμῆμα τῆς Θράκης ἠλευθερώθησαν. Αἱ Σέρραι, ἡ Καβάλλα, ἡ Δράμα, ἐγίνοντο ἑλληνικαί. Ἑκατὸν πυροβόλα, ἓξ χιλιάδες αἰχμάλωτοι, μέγας ἀριθμὸς παντοειδοῦς ὑλικοῦ περιῆλθαν εἰς χεῖρας τῶν νικητῶν.

Ἡ νίκη ὅμως ὑπῆρξεν αἱματηρά. Εἴκοσι δύο χιλιάδες μαχητῶν Ἑλ-