Ἡ Θεσσαλονίκη ὅμως ἐκινδύνευεν. Οἱ Βούλγαροι ἐπανήρχισαν τὰς ἐπιθέσεις των. Στρατὸς καὶ κομιτατζῆδες ἠπείλουν ἀνταρσίαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως Γκέσωφ. Ὑπήκουσαν πρὸς τὸν βασιλέα Φερδινάνδον. Φονικαὶ μάχαι διεξήγοντο εἰς Νιγρίταν. Τραυματίαι καὶ γυναικόπαιδα συνέρρεαν εἰς τὴν πόλιν. Τὰ βουλγαρικὰ πυροβολεῖα τῆς Καβάλλας ἐβομβάρδιζαν τὸ περιπολοῦν θωρηκτόν «Ψαρρά».
Τὴν 11ην Μαΐου ἀπεβιβάζετο ὁ Βασιλεὺς καὶ πέντε ἡμέρας ἔπειτα ἤρχετο πρὸς συνάντησίν του ὁ Βενιζέλος. Ὁ ἀρχιστράτηγος δὲν ἀπέκρυπτε τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως. Συνεζητήθῃ ἡ ἐκκένωσις τοῦ Παγγαίου. Ἐλήφθησαν ἄλλα ἀμυντικὰ μέτρα. Ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη ὅτι, πρὸ παντὸς ἄλλου, ἐπεβάλλετο ἡ ὑπογραφὴ τῆς ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης. Διὰ νὰ δηλωθῇ ἡ προσωπικὴ πρὸς τοῦτο ἐπιθυμία τοῦ βασιλέως, ὁ ἐπιτελάρχης του Δούσμανης ἐτηλεγράφει εἰς τὸν ὑπουργὸν Κορομηλᾶν:
«Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 1913. Ἀριθμὸς 15175. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας. Ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἐπιθυμοῦν ὅπως προβῆτε εἰς καταλλήλους ἐνεργείας ἵνα ἐπισπευθῇ ἡ μετὰ τῆς Σερβίας ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης (ὑπογραφὴ) Β. Δούσμανης».
Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Βενιζέλος διέτασσε τὸν πρεσβευτὴν Ἀλεξανδρόπουλον καὶ παρεκάλει τὸν Κορομηλᾶν νὰ σπεύσουν, διότι τὰ πράγματα δὲν ἐπέτρεπαν ἀναβολάς. Τὸ τηλεγράφημά του εἶναι χαρακτηριστικόν:
«Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 1913. Ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν Ἀθήνας. Ἡ κατάστασις ἐνταῦθα εἶναι λίαν κρίσιμος. Ἡ ἀναβολὴ δὲ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης καὶ τῆς στρατιωτικῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Σερβίας θέτει ἡμᾶς
χωρήσῃ. Ἂν τοῦτο εἶναι ἐπιορκία ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην της. Ὑπέχω προσωπικῶς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ τόπου μου» Ὁ βασιλεὺς ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ ὑπέγραψε.»
Ἡ περιγραφὴ τοῦ Α. Φραγκούλη εἶναι ἀκριβῆς ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Ὀφείλεται προφανῶς εἰς τὸν Ν. Στρᾶτον, ὑπουργὸν τοῦ Βενιζέλου καὶ μετασχόντα εἰς τὸ βασιλικὸν συμβούλιον, ὅπου ἀπεφασίσθη ἡ ἑλληνοσερβικὴ συμμαχία. Ὁ Ν. Στρᾶτος ὁμολόγησεν ἄλλωστε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι συνεζητήθη τότε ἡ προϋπόθεσις τῆς προσβολῆς τῆς Σερβίας ὑπὸ τῆς Αὐστρίας καὶ εἶπε:
«Ν. Στράτος: Ὡς ἔχοντες πρὸ ἡμῶν τὸν αἰφνιδιασμὸν τοῦ Παγγαίου ἐξεβιάσθημεν κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς στρατιωτικῆς συμβάσεως μὲ τὴν Σερβίαν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὸν ὅρον ἐκεῖνον.»
Ὁ Α. Φραγκούλης ἔκαμε τὸν Κωνσταντῖνον νὰ σταυροκοπῆται καὶ νὰ ἐπικαλῆται ἐκ τῶν προτέρων τὴν θείαν συγγνώμην διὰ τὴν ἐπιορκίαν του. Οὔτε κινήσεις τοιαῦται ἔγιναν οὔτε αἱ φράσεις αὐταὶ ἐλέχθησαν. Ἐφευρέθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων μὲ τὴν προφανῆ καὶ ἀνωφελῆ ἐλπίδα νὰ μειώσουν τὴν εὐθύνην τοῦ Κωνσταντίνου. Ἡ παραμόρφωσις τῆς ἀληθείας εἶναι εὔκολος διότι δὲν ἐτηροῦντο ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν ὑπουργικῶν συμβουλίων, τῶν ὁποίων προήδρευεν ὁ βασιλεύς.
(Ἀγόρευσις Ν. Στράτου καὶ στιχομυθία του μὲ τὸν πρωθυπουργὸν Βενιζέλον, Βουλὴ Ἑλλήνων 10 Αὐγούστου 1917. Α. Φραγκούλη «Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸν παγκόσμιον κρίσιν» τόμος 1 σελὶς 102).