Θὰ ἐπροκαλεῖτο εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, διότι ἡ Ρωσσία δὲν ἐγκαταλείπει τὴν Σερβίαν. Ὄπισθεν δὲ τῆς Ρωσσίας εὑρίσκεται ἡ Γαλλία. Ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶναι τότε σύμμαχος μὲ ὁλόκληρον τὴν τριπλῆν Συνεννόησιν, Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, Ρωσσίαν, μὲ τὴν ὁποίαν συμπίπτουν τὰ εὐρύτερα αὐτῆς συμφέροντα».
Ἡ συζήτησις διεξήγετο μὲ σοβαρότητα. Κανεὶς δὲν ἠγνόει τὴν τραγικὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων. Τελικῶς ὅλοι συνεφώνησαν. Ὁ βασιλεὺς ἔδωκε τὴν ἔγκρισίν του νὰ συνομολογηθῇ ἡ συμμαχία μὲ τὸν ὅρον τῆς βοηθείας ἐναντίον καὶ αὐστριακῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Σερβίας. Ἠγέρθη ἀπὸ τὸ κάθισμά του εἰς ἔνδειξιν ὅτι ἡ σύσκεψις ἔληξε. Οἱ ὑπουργοὶ ἐπίσης ἐσηκώθησαν.
Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Ν. Στρᾶτος, ἀναφερόμενος πάντοτε εἰς τὸ ἐνδεχόμενον αὐστροσερβικοῦ πολέμου εἶπε:
«Ἂν ἔρθῃ τὸ πρᾶγμα καὶ κατἄρθῃ, θὰ κάμωμεν τὴν ἀτιμίαν νὰ πατήσωμε τὴν συνθήκην».
«Κωνσταντῖνος: Αὐτὴν τὴν ἀτιμίαν θὰ τὴν κάμω πρῶτος ἐγώ».
Ὁ Βενιζέλος ἐσίγα. Μόνον ὅταν εὑρέθη πρὸ τῆς ἐξωθύρας τῶν ἀνακτόρων ἐστράφη πρὸς τὸν Ε. Ρέπουλην καὶ τοῦ εἶπε:
«Εἶδες ὑπόληψι ποὺ τὴν ἔχει στὴν υπογραφή του;»
Τὴν φράσιν ἤκουσε καθαρὰ ὁ ὄπισθεν βαδίζων ὑπουργὸς Α. Μιχαλακόπουλος.
Ὁ πρωθυπουργὸς ἦτο εἰς ἀδυναμίαν νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐπὶ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ Στράτου. Κυβερνητικὴ τότε κρίσις θὰ εἶχε καταστρεπτικὰς συνεπείας, ἐκ τῶν ὁποίων ἄμεσος θὰ ἦτο ἡ κατοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης παρὰ τῶν Βουλγάρων.
Ἡ βασιλικὴ ἄλλωστε ἐπιφύλαξις ἐστερεῖτο πάσης ἐπιρροῆς ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς συνθήκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ νομομαθοῦς διεθνολόγου Νικολάου Πολίτη. [1]
- ↑ Ἐκ συνομιλιῶν τοῦ γράφοντος μὲ τοὺς Ε. Βενιζέλον, Α. Μιχαλακόπουλον, Ν. Πολίτην, Ἀθῆναι Αὔγουστος 1923, Παρίσιοι Νοέμβριος ἰδίου ἔτους. Ἀγόρευσις Ε. Ρέπουλη τὴν Βουλήν, Ἀθῆναι 12 Αὐγούστου 1917. Ἄρθρα τοῦ γράφοντος εἰς τὸ «Ἐλεύθερον Βήμα» 10–14 Αὐγούστου 1928. Ὁ γράφων ἠκολούθησε πρὸς ἀναπαράστασιν τοῦ βασιλικοῦ συμβουλίου τὴν ἀφήγησιν τοῦ Α. Μιχαλακοπούλου μὲ τὸν ὁποῖον συμφωνεῖ ὁ Ε. Βενιζέλος. Ἀμφότεροι ἦσαν αὐτόπται καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν γενομένων.
Ὁ Α. Φραγκούλης, συστηματικὸς ὑπερασπιστὴς τῆς πολιτικῆς τοῦ Κωνσταντίνου, ὁμολογεῖ εἰς τὸ βιβλίον του τὴν ἔκτοτε δηλωθεῖσαν πρόθεσιν τοῦ βασιλέως νὰ ἀθετήσῃ τὴν ἑλληνοσερβικὴν συμμαχίαν ἐν πλήρει γνώσει τῶν ὅρων της καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ἰδικῆς του πράξεως. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὅμως ὁ Φραγκούλης τὴν βασιλικὴν ἀπιστίαν, γράφει:
«Προφανῶς, λέγει ὁ Κωνσταντῖνος εἰς τὸ ἀνωτέρω συμβούλιον τοῦ στέμματος, πρέπει νὰ ὑπογράψω. Ἁλλ’ ἐὰν κατὰ δυστυχίαν, ἐνεφανίζετο ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν φοβοῦμαι, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐκινδύνευε νὰ καταστραφῇ. Παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ μὲ συγ-