ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην ὅπως διὰ πολέμου κατὰ τῆς Βουλγαρίας, ἀσφαλίσωμεν κάποιαν ἐνδόχωραν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην» [1].
Εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπὸ τοὺς Γ. Θεοτόκην, Δ. Ράλλην, Δ. Γούναρην, ὑπεστήριζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε χρέος νὰ δειχθῇ ἀδιάλλακτος ὡς πρὸς τὰς ἐθνικὰς διεκδικήσεις της.
Ἡ κυβέρνησις, ἤτοι ὁ Βενιζέλος καὶ τὰ μετ’ αὐτοῦ νέα στοιχεῖα, ἐπολιτεύοντο ἄνευ προκλητικότητος. Ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ νίκαι τοῦ πολέμου ἐπραγματοποιήθησαν διὰ κοινῆς συμμαχικῆς προσπαθείας. Ἡ Βουλγαρία ἦτο ἡ ἰσχυροτέρα κατὰ ξηράν στρατιωτικὴ δύναμις τῶν Βαλκανίων. Τὸ Γουδὶ καὶ ὁ διάδοχός του Βενιζέλος δὲν συνετέλεσαν βέβαια πρὸς δημιουργίαν τῆς Βουλγαρίας. Τὴν εὑρῆκαν παντοδύναμον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πενῆντα ἔτη. Οἱ ἴδιοι ἀπῄτουν ἀμέσως τώρα νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς οἱ Βούλγαροι. Ὁ Βενιζέλος καὶ οἱ ἀληθεῖς συνεργάται του δὲν ἦσαν ὀλιγώτερον πατριῶται ἢ γενναῖοι ἀπὸ τοὺς εὐκόλους διαλαλητὰς τῆς ἀδιαλλαξίας. Πρὶν ὅμως μετρηθοῦν μὲ τὴν Βουλγαρίαν, εἰργάζοντο νὰ ἀποφύγουν τὰ σφάλματα τῶν προκατόχων των. Δὲν θὰ ἐπαναλάμβαναν αὐτοὶ τὸ κατάντημα τοῦ ὀγδόντα ἕξ, τὴν ἐντροπὴν τοῦ ἐνενῆντα ἑπτά, τὴν ταπείνωσιν τοῦ 1908.
Ἐκτὸς τῶν ἐνεργειῶν του εἰς Λονδῖνον ὁ Βενιζέλος δὲν παρέλειψε, καὶ ὅταν μετέβη εἰς Βελιγράδι ἢ Σόφιαν κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1913, καὶ ὅταν ἐπανῆλθεν εἰς Ἀθήνας, νὰ θέσῃ ἐκτὸς ἀμφιβολίας τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλλάδος ὅπως κρατήσῃ διὰ πάσης θυσίας ἢ κινδύνου τὴν Θεσσαλονίκην.
Τὴν 22α Φεβρουαρίου ἔλεγεν εἰς τὸν ἐν Ἀθήναις πρέσβην τῆς Ρωσσίας:
«Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐπληροφορήθη ἐκ θετικῆς πηγῆς ὅτι, ὑπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Αὐστρίας, αἱ Δυνάμεις τῆς τριπλῆς συμμαχίας—Γερμανία, Αὐστρία, Ἰταλία—ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν κατοχὴν τῆς Θεσσαλονίκης.
Σᾶς δηλῶ ὅτι μόνον διὰ τῆς βίας τῶν ὅπλων θὰ ἀποσπασθῇ ἡ Θεσσαλονίκη ἐκ τῆς Ἑλλάδος» [2].
Μετὰ τὴν πτῶσιν δὲ τῶν Ἰωαννίνων, ὁ πρωθυπουργὸς ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον:
«Κατόπιν τῆς ἐκπορθήσεως τῶν Ἰωαννίνων ὑπέρτατον πολιτικὸν καθῆκον ἐπιβάλλει τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Ἠπείρου. Πρέπει δὲ νὰ μεταφερθῇ εἰς Θεσσαλονίκην ἡ ὑπόλοιπος δύναμις ὅπως καταστῆ ἐμφανὲς εἰς πάντας ὅτι, ἐκ τῆς χώρας τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ στρατοῦ μας κατεκτήσαμεν, μόνον κατόπιν νέου ἀτυχοὺς πολέμου δυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν. (Ὑπογραφὴ) Βενιζέλος» [3].