Αἱ τελευταῖαι τουρκικαὶ ἐπάλξεις τοῦ Αἵμου κατέρρεαν εἰς συντρίμματα. Μετὰ τὰ Ἰωάννινα ἔπεσεν ἡ Ἀδριανούπολις. Κατόπιν ἡ Σκόδρα. Ὁ δυνάστης ἔφευγε πρὸς τὰ ἀσιατικά του ὁρμητήρια. Οἱ χριστιανοὶ σύμμαχοι ἐθριάμβευσαν. Ἡ μεγάλη χερσόνησος ἐγένετο ἰδική των.
Ἀλλ’ ὅ,τι ἐφαίνετο ἕως τότε παραδοξολόγημα ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ μορφὴν πραγματικότητος. Ὁ Τοῦρκος δὲν ἦτο μόνον κατακτητής. Ἀκουσίως του ἐξετέλεσε χρέη πανισχύρου διαιτητοῦ μεταξὺ τῶν διαμαχομένων ἰδιοκτητῶν τῆς Βαλκανικῆς. Ἐξεδιώκετο ἀπὸ κατοχὴν μισῆς χιλιετηρίδος. Οἱ ἰδιοκτῆται εὑρέθησαν μόνοι των ἀλλὰ καὶ ἀντιμέτωποι.
Ἡ Βουλγαρία εἶχε συνθήκην μὲ τὴν Σερβίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν Κεντρικὴν Μακεδονίαν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Μοναστηρίου. Ἐζήτει φυσικὰ τὴν αὐστηρὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμφωνηθέντων. Καμμία συνθήκη διανομῆς δὲν ὑφίστατο μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις ἡ Βουλγαρία ἠρνεῖτο νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ τετελεσμένον γεγονός, δηλαδὴ τὴν ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν κατοχήν, καὶ ἀπῄτει νὰ τῆς παραχωρηθῇ ἡ Θεσσαλονίκη.
Οὔτε αἱ διαιτησίαι, οὔτε οἱ συμβιβασμοί, οὔτε αἱ ἐπεμβάσεις τῶν τρίτων ἔκαμπταν τὴν βουλγαρικὴν ἐπιμονήν. Τοὐναντίον, μετὰ τὸν ἐκπόρθησιν τῆς Ἀδριανουπόλεως, οἱ Βούλγαροι ἐγκατέλειπαν τὴν Τσατάλτζαν καὶ μετέφεραν δυνάμεις εἰς τὴν ἑλληνικὴν Μακεδονίαν. Τὴν 10ην Ἀπριλίου 1913, τὸ ἑλληνικὸν ἐπιτελεῖον ἐσημείωνε τὴν παρουσίαν 40.000 Βουλγάρων, 46 πυροβόλων, 200 μυδραλλιοβόλων, ἱππικοῦ καὶ κομιτατζήδων εἰς τὰς περιφερείας Σερρῶν, Θεσσαλονίκης, Νιγρίτας. Ὁ στρατηγὸς Χεσαψῆεφ μὲ πολυάριθμον ἐπιτελεῖον καὶ 2000 στρατιώτας ἦτο ἐγκατεστημένος εἰς Θεσσαλονίκην. Οἱ Βούλγαροι ἐδημιούργουν ἐπεισόδια εἰς βάρος τῆς ἑλληνικῆς φιλοτιμίας καὶ ἐκακοποίουν τοὺς ἀόπλους πληθυσμούς.
Τὸ δημόσιον φρόνημα εἶχεν ἐξεγερθῆ. Ἡ πλειονότης τῶν ἀξιωματικῶν ἐνόμιζεν ὅτι μόνον διὰ πολέμου ἔπρεπε νὰ λυθοῦν αἱ διαφοραὶ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἡ ἀνωτάτη στρατιωτικὴ διοίκησις καὶ μέρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔκλιναν ἐπίσης ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Ὁ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Ν. Στρᾶτος διηγεῖτο:
«Ἐγὼ καὶ ὁ Ἰωάννης Τσιριμῶκος, ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐκηρύχθημὲν σύμφωνοι μὲ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον καὶ τὸν Λάμπρον Κορομηλᾶν