κύκλωσαν τὴν ἅμαξαν μὲ ζητωκραυγάς. Τὸ αὐτοκίνητον ἐπροχώρει ἀργά. Τότε ἕνας παιδικὸς ἀπὸ νεότητα εὔζωνος, μὲ δεμένο τὸ κεφάλι, ἐσηκώθη καὶ ἐφώναξε:
«Ζήτω ὁ Νικητής!»
Ὁ Κωνσταντῖνος ἐγύρισε καὶ τὸν ἐκύτταξε. Τὰ μάτια του ἐγέμισαν δάκρυα. Τὸ αὐτοκίνητον ἐξηφανίσθη. Ὁ ἥλιος ἔδυσε.
Διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸν θρόνον ὁ Κωνσταντῖνος κατέβη ἀπὸ τὸ Μπιζάνι. Εἰς τὸ αἷματοβαφὲς πατρικὸν στέμμα προσέθεσε τὰ ἐμβλήματα τῶν τροπαίων του. Ἡ ἀνάρρησίς του συνωδεύετο ἀπὸ ἀγαλλίασιν πανελλήνιον. Τὸ ἔθνος ἐλησμόνησε τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος. Μόνον διὰ τοὺς σημερινοὺς θριάμβους ἦτο πρόθυμος ἡ μνήμη.
Τὴν ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας του πρὸ τῆς Βουλῆς, ὁ νέος βασιλεὺς ἔλεγεν εἰς τὸν Βενιζέλον:
«Ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸ ὀλίγου περὶ τηρήσεως τοῦ συντάγματος, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω καὶ ἰδιαιτέρως, κύριε πρωθυπουργέ, ὅτι θὰ ἀκολουθήσω καθ’ ὅλα τὴν πολιτείαν τοῦ πατρός μου».
Ὁ κυβερνήτης ἐξῆλθε περιχαρὴς ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα. Ἀπέκτα τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ εἶχεν ὁ ἴδιος καλοπροαίρετον συνεργάτην καὶ τὸ ἔθνος ἰσχυρὸν ἐκτελεστὴν τῶν δικαίων πόθων του. Ἠθέλησε νὰ μεταδώσῃ τὴν χαράν του εἰς τὸν ὑπουργὸν Ρέπουλην. Ὁ τελευταῖος δὲν συνεμερίζετο τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἐγνώριζε θαυμάσια τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο εἶπε:
«Δὲν εἶμαι ὅσον ὑμεῖς βέβαιος ὅτι ὁ βασιλεὺς θὰ τηρήσῃ εὐκόλως ὅσα σᾶς εἶπεν. Ἂς περιμένωμεν, κύριε πρόεδρε» [1].
Δὲν ἐπερίμεναν πολύ. Ἡ ύποπτος συμπεριφορὰ τοῦ Κωνσταντίνου, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς ἑλληνοσερβικῆς συμμαχίας· ἡ πείσμων, ἀδεξία καὶ ἀντιφατικὴ ἀνάμιξίς του εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἐμαρτύρουν ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν μεταβάλλεται ὑπὸ τὴν ἐπιρροήν τῶν ἐξωτερικῶν γεγονότων καὶ ὅταν μάλιστα ὁ ἄνθρωπος ὑπερβῇ τὰ σαράντα ἔτη.
Κατὰ τὸν βουλγαρικὸν πόλεμον ὁ βασιλικὸς ἀρχιστράτηγος καὶ τὸ ἐπιτελεῖον του εἰργάσθησαν μετὰ σθένους, δραστηριότητος καὶ εὐφυΐας. Ἀλλὰ δὲν περιωρίζοντο εἰς τὰ στρατιωτικά των ἔργα. Ἐνόμιζαν ὅτι οἱ λαοὶ διοικοῦνται μὲ τὴν ἰδίαν μέθοδον ὅπως καὶ οἱ στρατοί. Ἐν τῷ μεταξὺ εἰς Ἀθήνας ἡ ὀλιγαρχικὴ τάξις δὲν ἔχαιρεν ἁπλῶς διὰ τὴν βασιλικὴν δόξαν. Ἐζήτει νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ, θέτουσα ἀντιμέτωπον τὸν μονάρχην πρὸς τὸν πρωθυπουργόν του. Ὁ στρατιώτης ἦτο καὶ ὡς πολιτικός, ανώτερος τοῦ κυβερ-
- ↑ Διήγησις πρὸς τὸν γράφοντα τοῦ πρεσβευτοῦ Ν. Πολίτη, γενομένη ἐν Παρισίοις τὴν 20 Νοεμβρίου 1928.