Ὁ τόνος περιείχε φιλικὴν ἐπίπληξιν. Ὁ Γεώργιος ἐθεώρει τὸ γεγονὸς τόσον ἀδύνατον, ὥστε νὰ ἀμφιβάλῃ διὰ τὰ λογικὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τόσον ἐξετίμα τὴν κρίσιν.
Καὶ ὅμως, ὅταν ὁ υἱός του κατέκτησε τὴν Θεσσαλονίκην διὰ τῶν ὅπλων καὶ ὁ πρωθυπουργός διὰ τῆς μεγαλοφυΐας του, ὁ Γεώργιος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ αἷμά του. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς δολοφονίας, τοῦ ἔλεγαν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἀπομακρυνθῇ προσωρινῶς. Καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπήντα:
«Ἡ ἀναχώρησίς μου ἴσως εκληφθῇ ὡς ἐξασθένησις τῆς ἀποφάσεώς μας ὅπως μείνωμεν. Ὅταν ἡ Θεσσαλονίκη προσαρτηθῇ ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φύγω. Ἕως τότε θὰ μείνω ἐδῶ».
Τὴν ἐπαύριον τοῦ ἐγκλήματος, οὐδεὶς ὑπωπτεύετο ποῖον κενὸν θὰ ἐδημιούργει ἡ στυγερὰ και ἠλιθία πρᾶξις τοῦ Σχινᾶ. Ὀλίγον ἔπειτα, ἤρχισαν μερικοὶ ν’ ἀνησυχούν. Δύο ἔτη κατόπιν, ἀντελήφθησαν ὅλοι ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Γεωργίου ἦτο μία ἀπὸ τὰς τρομερωτέρας ἐθνικὰς συμφοράς. Διότι ὁ γηραιός Μονάρχης ἀπετέλει τὸν στερεὸν κρῖκον, ὁ ὁποῖος συνέδεε δύο ἐποχάς, δύο ἀνομοίους τρόπους ἀντιλήψεως, δύο ἀντιθέτους ὁμάδας συμφερόντων: Τὴν μέχρι τοῦ 1909 καὶ τὴν μετὰ τὸ Γουδί. Ἡ μειλιχία καὶ πολύπειρος ἀνοχή του ἐστήριζε τὸ νεαρὸν ἀκόμη οἰκοδόμημα τῆς ἀνορθωτικῆς Ἑλλάδος. Μὲ τὸ βάρος του τὸ θεωρούμενον ἀσήμαντον ἀλλ’ ἀποδειχθὲν μέγα, ἐκράτει τὴν κοινωνικήν, τὴν πολιτικήν, τὴν ἐθνικὴν ἰσορροπίαν. Ὅταν τὸ βάρος ἐκεῖνο ἐξέλειψεν, ἤρχισεν ὁ σεισμὸς τῶν καθεστώτων.
Δύο βασιλεῖς, ὁ προκάτοχός του καὶ ὁ διάδοχός του ἠγάπησαν τὴν Ἑλλάδα θερμότερον αὐτοῦ. Μόνος ὁ Γεώργιος τῆς ἐστάθη χρήσιμος μὲ τὴν ζωὴν καὶ μὲ τὸ τέλος του: Ὁ Ὄθων ἔλεγε: «Θὰ φορέσω τὴν φουστανέλλαν καὶ θὰ ἀποθάνω ἐν τῷ μέσῳ τῶν Ἑλλήνων μου, μαχόμενος κατὰ τῶν Τούρκων». Ὁ Κωνσταντίνος διεκήρυξεν: «Οὐδεὶς Ἕλλην βασιλεύς, ἀπὸ τοῦ Κόδρου μέχρι τοῦ πατρός μου, ἀπέθανεν ἐπὶ τῆς κλίνης του».
Ἐν τούτοις ὁ Ὄθων ἐλησμονήθη εἰς τὴν ἀνίαν μιᾶς βαυαρικῆς πολίχνης καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ἐξέπνευσεν ἐντὸς τοῦ λουτῆρος ἑνὸς κοσμοπολιτικοῦ ξενοδοχείου τοῦ Παλέρμου.
Ὁ Γεώργιος δὲν ἐξεστόμισε καμμίαν ἀπὸ τὰς μεγαληγορίας ἐκείνας. Καὶ ἀπέθανεν ἐπὶ πολεμικοῦ φορείου. Εἶχε πέσει, φρουρὸς στρατιώτης, ἐπὶ ἑνὸς τῶν προμαχώνων τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Ὅταν δὲν ἐμποδίζωμεν ἀνοήτως τὸν δρόμον των, τὰ γεγονότα γράφουν κἄποτε τὴν ἱστορίαν πολὺ ἀριστοτεχνικώτερον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους [1].
- ↑ Ὁ ἀρχηγὸς τῆς δευτέρας ἑλληνικῆς δυναστείας ἐγεννήθη τὴν 24ην Δεκεμβρίου 1845 εἰς Κοπενάγην τῆς Δανιμαρκίας. Υἱὸς Χριστιανοῦ τοῦ 9ου ἐκ τοῦ οἴκου Σλέβικ-Ὁλσταϊν-Σόντεμπουργκ-Γκλύκσμπουργκ, ἔλαβε τὸ ὄνομα Γουλιέλμος. Ἄρχισε βασιλεύων εἰς Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς 31ης Οκτωβρίου 1863 μὲ τὸ ὄνομα Γεώργιος Αʹ. Συνεζεύχθη τὴν Ὄλγαν Κωνσταντίνοβιτς Ρωμανὼφ εἰς Πετρούπολιν τῆς Ρωσσίας τὴν 15ην Ὁκτωβρίου 1867. Ἐκ τοῦ γάμου των απέκτησαν τὰ ἑξῆς τέκνα: Τὸν πρωτότο-