στέλλω περίπατον. Ἐφ᾽ ὅσον τὴν ἔχουν, εἶμαι ξένοιαστος καὶ πηγαίνω ἐγὼ περίπατον».
Ἡ περιοχή, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Γεώργιος ἔμενεν ἀπόλυτος κύριος ἦτο ἡ οἰκογενειακή. Ἐπ’ αὐτῆς ἐξήσκει πατριαρχικὸν ἀπολυταρχισμόν. Ἡ Ρωσσὶς σύζυγός του, Ὄλγα τῶν Ρωμανώφ, προσέθετεν εἰς τὴν αὐστηρὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ ἀνακτόρου τῶν Ἀθηνῶν τὸν θρησκόληπτον σλαυικὸν μυστικισμόν της.
Αἱ ἐπιφάνειαι τῆς φυσιογνωμίας του δὲν ἐπροκάλουν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον. Πλὴν μιᾶς:
Γεώργιος ὁ Αʹ δὲν ὠργίζετο.
Ὁ Δανὸς πρίγκηψ, ὅστις ἀπεστρέφετο τοὺς Γερμανούς, ἐφήρμοζε τὴν ἀρχὴν τοῦ μεγαλειτέρου μεταξύ των. Ὁ Μπίσμαρκ εἶπεν: «Εἰς τὴν πολιτικὴν μόνον οἱ μωροὶ θυμώνουν». Ὡς ἄνθρωπος ὁ Γεώργιος παρεφέρετο ὅπως ὅλοι. Ὡς βασιλεὺς κατεῖχεν ἐμφύτως καὶ ἐκαλλιέργει εἰς μεγάλην τέχνην τὸ ἀγαθὸν μειδίαμα. Μὲ αὐτὸ ἐπέρασε, χωρὶς νὰ καταποντισθῇ, τὴν τρικυμιώδη θάλασσαν ἡ ὁποία ὠνομάζετο Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ 1864 ἕως τὸ 1910. Ἐγνώριζεν ἐπίσης τὸ κύριον πλεονέκτημα τῆς κληρονομικῆς ἐξουσίας: τὴν διάρκειαν. Ὁ χρόνος εἶνε ὑπηρέτης της. Αἱ λαϊκαὶ ἐξεγέρσεις ἐκπνέουν εἰς τὰς βαθμίδας τῶν θρόνων ὡς ἐαρινὰ κύματα. Ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅτι οἱ βασιλεῖς ἠξεύρουν νὰ σιωποῦν, νὰ ὑπομένουν καὶ νὰ παραχωροῦν καλοπροαιρέτως σήμερον ὅσα θὰ τοὺς ἀποσπάσουν αὔριον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Γεώργιος δὲν τὸ ἠγνόει. Ἔτσι ὑπερέβη τὸν σκόπελον τοῦ 1878. Έτσι παρέπλευσε τὴν θύελλαν τοῦ 1886. Ἔτσι ἐλύγισε, ἀλλὰ δὲν συνετρίβη, κάτω ἀπὸ τὴν λαίλαπα τοῦ 1897. Ἔτσι ἀντεμετώπισε, χωρὶς νὰ ἐξουθενωθῇ, τὴν ἔκρηξιν τοῦ 1909. Επέπλεε πάντοτε. Μαζί του διεσώζετο καὶ ἡ Ἑλλάς.
Ὁ ἡγεμών, ὁ μέτριος, ὑπὸ τὴν κυριολεξίαν τοῦ ὅρου, ἐπέδειξεν ἀρετὴν μεγάλου βασιλέως: Ἀνεγνώρισε τὰ μοναδικά προσόντα τοῦ Βενιζέλου. Ἔβαλεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ τὴν πεῖραν, τὸ διεθνὲς κῦρός του, τὰ συνταγματικὰ προνόμια τοῦ στέμματος, ὅταν παρουσιάσθη ἀνάγκη. Τὸ 1912–1913 ὀφείλεται εἰς τὴν στενὴν συνεργασίαν τοῦ κληρονομικοῦ ἄρχοντος μὲ τὸν ἐφήμερον λαϊκὸν κυβερνήτην.
Ὁ μονάρχης ἐκεῖνος οὐδέποτε συνήγειρε πάθη, ἐνθουσιασμούς, μίση, ἀφοσιώσεις πρὸς τὸ πρόσωπόν του. Οὐδέποτε ἐνεφανίσθη εἰς τὰ πλήθη μὲ στόμφον. Οὐδέποτε μετεχειρίσθη ἠχηρὰς λέξεις. Τίποτε δὲν τὸν προώριζε διὰ τὴν πινακοθήκην τοῦ Πλουτάρχου. Ἐν τούτοις ἐτελείωσεν ὡς ἐθνικὸς ἥρως.
Τὴν 26ην Σεπτεμβρίου τοῦ Δώδεκα, ὁ Βενιζέλος ἔλεγε πρὸς τὸν Γεώργιον:
«Μεγαλειότατε, τρεῖς ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου θὰ εἴμεθα εἰς Θεσσαλονίκην».
Καὶ ὁ βασιλεύς:
«Μὴν τὸ λέτε αυτό, κύριε πρόεδρε!»