(Κατὰ τὸν προφήτην ΗΣΑΪΑΝ)
Τὰ νικητήρια τῶν Ἰωαννίνων δὲν εἶχαν σιγήσει. Ἀτελείωτοι συνοδείαι αἰχμαλώτων κατέφθαναν εἰς τὰς πλέον μακρυνὰς ἑλληνικὰς πολίχνας. Αἱ δάφναι ποῦ ἐστεφάνωναν τὰ πυροβόλα ἦσαν ἀκόμη νωπαί.
Αἴφνης, τὴν ἑσπέραν τῆς 5ης Μαρτίου 1913, μήνυμα θανάτου διέδραμε τὴν Ἑλλάδα: Ὁ βασιλεὺς Γεώργιος ἐδολοφονήθη εἰς Θεσσαλονίκην. Τὴν δείλην τῆς ἡμέρας ἐκείνης, περιπατῶν εἰς τὴν ὁδὸν Ἁγίας Τριάδος, ἐβλήθη ἐκ τῶν ὄπισθεν διὰ σφαίρας περιστρόφου. Ὁ φονεὺς ὠνομάζετο Ἀλέξανδρος Σχινᾶς. Ἦτο μανιακός. Τὸν συνέλαβε ὁ συνοδεύων τὸν βασιλέα ὑπασπιστής Φραγκούδης. Ὁ Μονάρχης ἐναπετέθη ἐπὶ φορείου καὶ ἐξέπνευσε καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸ Παπάφειον νοσοκομεῖον.
Γεώργιος ὁ Αʹ δὲν ἦτο ἑβδομήντα χρόνων. Ἐγεννήθη εἰς Κοπενχάγην τῆς Δανίας τὸ 1845. Ἐβασίλευε τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ πεντηκονταετίας. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν ἔπραξε μεγάλα ἔργα. Ἐνίοτε δὲν ἀντεστάθη ἐπαρκῶς ἐναντίον τῶν ἐπιβλαβῶν. Ἀλλ’ ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς διεμορφώθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Δὲν τὴν ἐχειραγώγησε μετὰ πρωτοβουλίας. Δὲν τῆς ἔφραξεν ὅμως τὸν δρόμον. Ὅταν δὲ ὁ ἑλληνικὸς λαός εὗρεν ἐντός του τὴν δύναμιν τῆς ἀναγεννήσεως, ὁ βασιλεὺς ἐστάθη εἰς τὸ πλευρόν του μὲ πατρικότητα, πραότητα και στοργήν.
Ἀνετράφη ἕως τὰ δεκαοκτὼ χρόνια του εἰς βασιλικὴν αυλήν, ἥτις ἀπέπνεε τὴν ἐπαρχιακὴν γαλήνην. Ἐδιδάχθη ἀπὸ τὸ περιβάλλον του, ὅπου ἐκυριάρχουν αἱ ἀγγλικαὶ συνήθειαι, τὴν συνταγματικὴν ὀρθοδοξίαν. Ἀναβὰς τὸν ἑλληνικὸν θρόνον εἰς τὴν θέσιν ἑνὸς αὐταρχικοῦ ἡγεμόνος, ἐκδιωχθέντος δι’ ἐπαναστάσεως, Γεώργιος ὁ Αʹ ἀνῆκεν, ἐξ ἰδιοσυγκρασίας καὶ ἀγωγῆς, εἰς τὴν ἀστικὴν καὶ συντηρητικὴν συνταγματικὴν σχολήν, ἡ ὁποία τόσον βαθέως χαρακτηρίζει τὸν δέκατον ἔννατον αἰῶνα. Ἀναπτυχθεὶς ἔπειτα ἐν τῷ μέσῳ μεγάλων κοινοβουλευτικῶν, οἷος ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Τρικούπης, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἠδύνατο νὰ λέγῃ ὅπως ὁ Λουδοβῖκος-Φίλιππος τῶν Γάλλων:
«Ὅταν οἱ ὑπουργοί μου χάσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τοὺς