ἔγινεν ὁ ἴδιος ἀρχηγὸς Ἠπείρου ἀρκεῖ διὰ νὰ μεταβάλῃ ριζικῶς ἀντίληψιν. Πρέπει ὁλόκληρος ὁ στρατὸς Μακεδονίας νὰ μετακομισθῇ εἰς Ἤπειρον! Δὲν ὑφίστατο πλέον Βουλγαρικὸς κίνδυνος. Δὲν τοῦ ἀρκοῦν αἱ τέσσαρες πρὸ τῶν Ἰωαννίνων μεραρχίαι. Οὔτε ἡ τρίτη, ἡ ὁποία θὰ βαδίζῃ κατὰ τῆς πόλεως ἀπὸ βορρᾶ. Οὔτε ἡ ταξιαρχία Παπακυριαζῆ, ἥτις δρᾷ ἐξ ἀνατολῶν. Ζητεῖ καὶ τὴν 1ην μεραρχίαν. Ἡ κυβέρνησις διστάζει, διότι διεκόπησαν ἀκριβῶς αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ Λονδίνου. Ἴσως οἱ Βούλγαροι νὰ σχεδιάζουν τι. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐπιμένει καὶ τηλεγραφεῖ:
«Θεσσαλονίκη 31 Δεκεμβρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1912. Κύριον Κορομηλᾶν Ἀθήνας: Ἐπειδὴ μοὶ ἀνετέθη ἡ διοίκησις ἀμφοτέρων τῶν στρατιῶν, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶ περὶ τῶν μέσων, ἅτινα θὰ καταστήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν βεβαιοτέραν τὴν ἔκβασιν τῆς νέας ἐπιχειρήσεως ἐν Ἠπείρῳ, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνω καὶ διὰ λόγους ἐθνικοὺς καὶ διὰ λόγους, δὲν τὸ ἀποκρύπτω, προσωπικούς. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς ἀποστολὴν πρώτης μεραρχίας. Ἐὰν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον προβλέπῃ σύγκρουσιν ἐπικειμένην πρὸς Βουλγάρους παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ καθαρά, ὁπότε θὰ μείνω ἐνταῦθα. Κωνσταντίνος Διάδοχος». [1]
Ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἄμεσον σύρραξιν μὲ τοὺς Βουλγάρους· ἀλλ’ ἡ ἀπογύμνωσις τῆς Μακεδονίας ἐκ τῶν κυριωτέρων ἑλληνικῶν δυνάμεων θὰ ἐπροκάλει πιθανῶς βουλγαρικὸν πραξικόπημα. Διὰ τοῦτο ἡ πρώτη μεραρχία ἔμεινεν εἰς Θεσσαλονίκην, ὁ δὲ Κωνσταντῖνος μετέβη εἰς Ἰωάννινα.
Ὁ Διάδοχος ἐπέμενεν εὐλόγως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς νέας ἀποστολῆς του. Ἦτο ὅμως δίκαιος ἢ λογικὸς ὅταν, ἐπὶ μῆνας, ἐστέρει τὸν Σαπουντζάκην ἀπὸ τὰ μέσα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν τόσῳ δύσκολον ἰδικήν του;
Πρὶν φθάσῃ ὁ Κωνσταντῖνος, ὁ πρώην ἀρχηγὸς Σαπουντζάκης ἀνεχώρησεν εἰς Ἀθήνας. Εὑρίσκετο εἰς Πρέβεζαν ὅταν ἀνεκλήθη πάλιν καὶ τοῦ ἐπετράπη νὰ ἐκτελέσῃ νέαν ἐπίθεσιν. Πράγματι διηύθυνε τὴν γενικὴν ἔφοδον τῆς 7ης Ἰανουαρίου 1913. Τὴν δευτέραν ἡμέραν ἡ μάχη διεκόπη. Ἡ ἐπιχείρησις ἐστοίχισε μεγάλας ἀπωλείας. Ὁ Σαπουντζάκης ἐνήργησεν ὡσὰν νὰ ἐβιάζετο νὰ προλάβῃ τὸν ἀντικαταστάτην του. Ὅπως τοῦ ἀναγνωρίζονται αἱ δυσχέρειαι καὶ ἡ φρόνησις τῶν προηγουμένων ἀγώνων, πρέπει νὰ τοῦ καταλογισθῇ βαρεία εὐθύνη διὰ τὴν ἀτυχίαν τῆς 7ης Ἰανουαρίου. Ὀρθῶς ἐτηλεγράφει ὁ Κωνσταντῖνος περὶ αὐτῆς:
«Φιλιππιάς, 12 Ἰανουαρίου 1913. Κύριον Κορομηλᾶν, Ἀθήνας. Ἔφθασα χθὲς καὶ μετέβην εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ πυρός. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῆς 7ης Ἰανουαρίου ἀνελήφθη κακῶς. Κωνσταντῖνος Διάδοχος» [2].