Δυστυχῶς, ὁ Διάδοχος δὲν ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι μεταβάλλουν γνώμην ἐπειδὴ μία ἄλλη εἶναι ὀρθοτέρα.
Ἴσως ὁ κίνδυνος τῆς ἀπωλείας τῶν Ἰωαννίνων ὑπὲρ τῆς Ἀλβανίας δὲν ἦτο ἄμεσος. Ἀλλὰ ποῖος ἠδύνατο νὰ προΐδῃ τὰς πιθανὰς περιπλοκάς, ἐφ’ ὅσον ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἡπείρου παρέμενεν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Τουρκίας;
Ἀντιθέτως πρὰς τὰς ἐντυπώσεις τοῦ Διαδόχου καὶ τοῦ ἐπιτελάρχου του ὅτι ἐπέκειτο βουλγαρικὴ δράσις εἰς Μακεδονίαν, γεγονὸς ἦτο ὅτι οἱ Βούλγαροι κατετρίβοντο πρὸ τῆς Τσατάλτζης καὶ μετέφεραν ἐκεῖ τὰς δυνάμεις των. Ἐνῷ ἀντιθέτως ὑπῆρχαν φόβοι τουρκοαλβανικοῦ πραξικοπήματος εἰς τὰ Ἰωάννινα. Ὁ Διάδοχος ἔκρινε στενῶς καὶ τώρα τὰ πράγματα, καθὼς καὶ ὅταν ἐπέμενε νὰ αἰχμαλωτίσῃ τὸν Ταξίν πασᾶν, ἀντὶ νὰ προλάβῃ τὴν κατάκτησιν τῆς Θεσσαλονίκης ὑπὸ τῶν Βουλγάρων. Διὰ τοῦτο ὁ Βενιζέλος τοῦ ἐτηλεγράφει ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἤδη Νοεμβρίου:
«Ἀνάγκη καταλήψεως Μοναστηρίου καὶ Ἰωαννίνων. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ ἐνδεικνυομένη ἡμῶν ἐνέργεια ἐν Θράκῃ πρέπει νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἐπιβραδύνσεως ἐνεργείας κατὰ Ἰωαννίνων καὶ Μοναστηρίου» [1].
Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀρχηγεύοντα εἰς τὴν Ἤπειρον Κωνσταντῖνον Σαπουντζάκην οὗτος ἀνήκει εἰς τοὺς ἐξόχους Ἕλληνας τοῦ καιροῦ του. Πολυμαθὴς μέχρι σοφίας. Σπανίας πνευματικῆς λεπτότητος. Ἀμεταθέτου νομιμοφροσύνης. Ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου ἦτο ἔργον του. Ἐχρημάτισεν ἐπιτελάρχης του καὶ διδάσκαλός του μεταξὺ 1886 καὶ 1906. Ἀλλ’ ὁ Σαπουντζάκης ἐστερεῖτο τῆς πρώτης ἰδιότητος ἑνὸς στρατηγοῦ: Δὲν ἐγνώριζε νὰ ἐπιβληθῇ. Δὲν εἶχεν ἀποφασιστικότητα καὶ ἐπιμονήν. Ἠδύνατο νὰ σκέπτεται καὶ ὄχι νὰ ἐνεργῇ.
Χάρις εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν δεξιότητά του, ἡ μικροσκοπικὴ στρατιὰ τῆς Ἠπείρου ἔκαμε μεγάλα πράγματα εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡ πεδιὰς τῆς Φιλιππιάδος, ἡ Πρέβεζα, τὰ Πέντε Πηγάδια, ἡ ἔκτασις ἀπὸ τῆς θαλάσσης ἕως τὰς θύρας τῶν Ἰωαννίνων, κατελήφθησαν μεθοδικῶς καὶ ἄνευ ἀπωλειῶν. Οἱ δὲ ἐπιτιθέμενοι Ἕλληνες ἦσαν ὀλιγώτεροι ἀπὸ τοὺς ἀμυνομένους Τούρκους.
Ὁ Κωνσταντῖνος, ὅστις εὕρισκε κατόπιν ἀστόχους τὰς ἐπιθετικὰς ἐνεργείας τοῦ Σαπουντζάκη, τὰς ἐπροκάλεσεν ἐν μέρει, ζητῶν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ ὠθήσῃ τὴν ἠπειρωτικὴν μεραρχίαν κατὰ τῶν Ἰωαννίνων. Ὁ ἴδιος ἐτηλεγράφει:
«Γενικὸν στρατηγεῖον, Γιαννιτσὰ 22 Ὀκτωβρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1912. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν Ἀθήνας. Παρακαλῶ ὅπως συστηθῇ εἰς τὸν στρατὸν Ηπείρου ἵνα ἐντείνῃ προσπαθείας του δραστηριώτερον καὶ προχωρήσῃ ταχύτερον πρὸς Ἰωάννινα. Τὸ τοιοῦτον θεωρῶ λίαν ἐπιβοηθητικὸν διὰ τὰς ἐν Μακεδονίᾳ ἐπιχειρήσεις μου. (ὑπογρ.) Κωνσταντίνος Διάδοχος».
- ↑ Τηλεγράφημα ὑπ’ ἀριθμὸν 33390 τῆς 1/14 Νοεμβρίου 1912. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν.